Ένα άτομο με άσθμα πρέπει να έχει πλήρη γνώση των πιθανών κινδύνων της κατάδυσης πριν του επιτραπεί να καταδυθεί. Άτομα με καλά ελεγχόμενο άσθμα μπορούν να καταδύονται με δική τους βούληση, συνιστάται όμως να υποβάλλονται προηγουμένως σε ιατρικές εξετάσεις.

Συμπτώματα άσθματος ή πρόσφατος παροξυσμός αποκλείουν ένα άτομο από την κατάδυση.

Πρακτικά τα άτομα με άσθμα που ασχολούνται με καταδύσεις είναι πιο πιθανό να διαπιστώσουν ότι η ικανότητά τους για άσκηση μειώνεται κάτω από το νερό. Όταν οποιοσδήποτε δύτης βυθίζεται στο νερό, ο μέγιστος όγκος αερισμού του μειώνεται κατά 10%, ενώ κατά την κατάδυση στα 30 μέτρα ο μέγιστος όγκος αερισμού του μειώνεται κατά 50%.

Άρα ένας δύτης με άσθμα μπορεί να παρουσιάσει δύσπνοια ακόμα και κατά την ήπια άσκηση κάτω από το νερό.

Ένας άλλος κίνδυνος που προκαλείται από την πίεση κάτω από το νερό, είναι η ενδεχόμενη παγίδευση αέρα στις κυψελίδες των πνευμόνων λόγω της στένωσης των αεροφόρων οδών. Κατά την φάση της ανάδυσης η διαστολή του αέρα στις κυψελίδες μπορεί να προκαλέσει διάρρηξή τους και ενδεχομένως μια θανατηφόρα επιπλοκή που ονομάζεται πνευμονική εμβολή.

Η χορήγηση εισπνεόμενων κορτικοειδών για τον έλεγχο του άσθματος δεν αποτελεί αντένδειξη για τις καταδύσεις. Η χορήγηση βρογχοδιασταλτικών πριν από μια κατάδυση δεν συνιστάται, παρόλο που δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυξάνει τον κίνδυνο.