Η ροδόχρους νόσος είναι μια χρόνια φλεγμονώδης δερματοπάθεια. Χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση ερυθήματος, τηλεαγγειεκτασειών, φλεγμονωδών βλατίδων και οιδήματος. Όλα αυτά τα συμπτώματα εμφανίζονται με εναλλασσόμενα διαστήματα εξάρσεων και υφέσεων. 

Συνήθως το εξάνθημα εντοπίζεται στο πρόσωπο, κυρίως στις παρειές, το μέτωπο, τη μύτη και το πηγούνι. Η ηλικία έναρξη της νόσου είναι από 30 μέχρι 50 ετών και προσβάλλονται πιο συχνά οι γυναίκες.

Τυπικά εμφανίζεται συχνότερα σε ανοιχτούς φωτότυπους (βορειοευρωπαικοί λαοί). Πολλοί είναι οι ασθενείς που παραμένουν αδιάγνωστοι, χωρίς φαρμακευτικοί αγωγή.

Η ροδόχρους νόσος δεν είναι μια μορφή ακμής. Σε αντίθεση με την ακμή δεν υπάρχουν φαγέσωρες αλλά μόνο βλατιδοφλυκταινιδια. Αρχικά οι εκδηλώσεις είναι ήπιες με σχεδόν αόρατη κλινική εικόνα, ενδέχεται αργότερα να γίνουν πολύ εμφανείς. Άλλα χαρακτηριστικά που εμφανίζονται αργότερα είναι η ανάπτυξη οιδήματος με σύνοδο σκλήρυνση κυρίως στο ακρορίνιο. Συχνά εμπλέκονται και οι οφθαλμοί με εκδηλώσεις αίσθησης ξένου σώματος, η οποία μπορεί να συνοδεύεται από επιπεφυκίτιδα, βλεφαρίτιδα, επισκληρίτιδα, χαλάζιο, ιρίτιδα και σε κάποιες περιπτώσεις σοβαρή κερατίτιδα.

Ο κατάλογος των εν δυνάμει εκλυτικών παραγόντων περιλαμβάνει τις καιρικές συνθήκες, τα καυτερά και θερμά τρόφιμα και ποτά, το αλκοόλ, την καφεΐνη κ.α. Σχεδόν όλα σχετίζονται με τη δημιουργία ερυθήματος. Η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση πλήττονται ως αποτέλεσμα της εξωτερικής εμφάνισης. Ο ασθενής μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα για να τεθούν τα συμπτώματα υπό έλεγχο, δηλαδή αποφυγή των εκλυτικών παραγόντων που προκαλούν το έντονο λόγω αγγειοδιαστολής ερύθημα το οποίο μετά από επαναλαμβανόμενες κρίσεις παραμένει μόνιμο, καθώς και την αγωγή από τον δερματολόγο που συνδυάζει τοπική αγωγή με συστηματική αντιβίωση.

Οι υπότυποι της ροδόχρου νόσου είναι ο ερυθηματο-τηλεαγγειεκτασικός, ο βλατιδο-φλυκταινώδης, ο φυματώδης και ο οφθαλμικός, ανάλογα με το σύμπτωμα που προεξάρχει. Η σταδιοποίηση της νόσου περιλαμβάνει τρία στάδια. Στο πρώτο στάδιο υπάρχει ερύθημα , το οποίο διαρκεί από λίγες ώρες έως ημέρες και τηλεαγγειεκτασίες. Στο δεύτερο στάδιο υπάρχει επίμονο ερύθημα, πολλαπλές τηλεαγγειεκτασίες και πολυάριθμες βλατίδες και φλύκταινες. Το τρίτο στάδιο περιλαμβάνει μεγάλα φλεγμονώδη οζίδια, διηθήσεις τύπου δοθιήνωσης και υπερτροφία συνδετικού ιστού.

Η ακριβής αιτιολογία της νόσου είναι άγνωστη αλλά έχουν ενοχοποιηθεί διάφοροι πιθανοί παράγοντες όπως είναι οι γαστρεντερικές διαταραχές, η δραστηριότητα μικροοργανισμών, οι αγγειακές διαταραχές, η ανωμαλία της τριχο-σμηγματογόνου μονάδας και η βλάβη στο χόριο και στους υποκείμενους ιστούς. Άλλα πιθανά αίτια περιλαμβάνουν τη γενετική προδιάθεση, το συνδυασμό γενετικής προδιάθεσης και έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία και τις φαρμακευτικές αγωγές που προκαλούν αγγειοδιαστολή.

Αντιμετώπιση

Η ροδόχρους νόσος δεν θεραπεύεται. Ωστόσο με την επιλογή της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής αρκετοί ασθενείς μπορούν να επιτύχουν μακροχρόνια διαστήματα ύφεσης της νόσου που διαρκεί από μήνες έως έτη.

Οι σύγχρονες θεραπευτικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της νόσου στοχεύουν στη μείωση του αριθμού και της σοβαρότητας των φλεγμονωδών βλαβών και του ερυθήματος και περιλαμβάνουν τη χρήση τοπικών και συστηματικών παραγόντων. Οι θεραπευτικές επιλογές εξαρτώνται από το στάδιο και την ένταση της νόσου. Στο αρχικό στάδιο συνιστάται η αποφυγή των εκλυτικών παραγόντων και η τοπική εφαρμογή καλλυντικών αγγειοσυσταλτικών σκευασμάτων.

Οι τοπικές θεραπείες περιλαμβάνουν τη μετρονιδαζόλη γέλη ή κρέμα, το αζελαικό οξύ, το υπεροξείδιο βενζολίου, τα ρετινοειδή, τα αντιπαρασιτικά και τα τοπικά αντιβιοτικά. Απαραίτητη είναι η χρήση των αντηλιακών και ενυδατικών σκευασμάτων.
Οι συστηματικά χορηγούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αντιβιοτικά, ρετινοειδή, θειικό ψευδάργυρο και αντισυλληπτικά.

Στα γενικά μέτρα πρόληψης και θεραπείας περιλαμβάνεται η αποφυγή αλκοόλ, νιασίνης, τοπικών στεροειδών, έκθεσης στον ήλιο, ακραίων κλιματικών αλλαγών, καυτερών και πικάντικων φαγητών και αγγειοδιασταλτικών φαρμάκων. Είναι πολύ βασική η εκπαίδευση των ασθενών για τη σωστή χρήση αντηλιακού όλο το χρόνο και για την επιλογή μη ερεθιστικών καλλυντικών και καλυπτικών προϊόντων.