Η Ομοιοπαθητική προσέγγιση των παθήσεων επεκτείνει τις διαγνωστικές δυνατότητες του ιατρού σε κάθε περίπτωση, οξεία ή χρόνια. Ο ασθενής συνήθως προσέρχεται για ένα κύριο πρόβλημα υγείας, ενώ η προσεκτική διερεύνηση του ιστορικού συχνά αποκαλύπτει ορισμένα δευτερεύοντα προβλήματα υγείας μη σχετιζόμενα, με βάση την κλασική παθολογία, με το κύριο.

Για την Ομοιοπαθητική, το σύνολο των κύριων και δευτερευόντων προβλημάτων στο σύνολό τους απαρτίζουν μια ενιαία Κλινικοπαθολογική συνδρομή (ΚΠΣ), η οποία και συνιστά το κλειδί για την κατανόηση του status υγείας του ασθενούς και για την πολύ πιο ακριβή κατάστρωση του θεραπευτικού σχεδιασμού και τελικά για αυτή την ίδια την πρόγνωση.

Για παράδειγμα, εάν έχουμε δυο ασθενείς με καρκίνο μαστού, του ιδίου τύπου, grade και stage, και η μια από αυτές εμφανίζει ταυτόχρονα μια δερματοπάθεια, όπως έκζεμα, κνίδωση, κτλ στα άκρα ή πολλά δύσοσμα κολπικά υγρά, μη σχετιζόμενα πάντως με καποια φαρμακευτικη αγωγή,τότε και η πρόγνωσή της είναι πολύ καλύτερη από της άλλης ομοιοπαθούς ασθενούς, αλλά και ο θεραπευτικός σχεδιασμός είναι πολύ ευκολώτερος και αποδοτικός.

Το Ομοιοπαθητικό Ιστορικό είναι ένα πολύτιμο εργαλείο ανάλυσης της κάθε Κλινικοπαθολογικής Συνδρομής (ΚΠΣ), ιδιαίτερα αυτής που αφορά χρόνιες διαταραχές. Επιτρέπει πλήρη διασαφήνιση της παθογενετικής αλυσίδας και αναγνώριση της λειτουργικής αλληλεξάρτησης των επιμέρους συνιστωσών της ΚΠΣ,ώστε τελικά να διαμορφώνεται ένα συνολικό μοντέλο του status υγείας, που αφορά όλο τον οργανισμό (totality) με τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά για κάθε ασθενή (individuality).

Ανεξάρτητα από το είδος της θεραπευτικής που θα εφαρμοσθεί,η Ανάλυση μέσω του Ομοιοπαθητικού Ιστορικού υπερέχει σαφώς του συνήθους συμβατικού ιστορικού,συχνά με πολλες ασάφειες και πολυδιασπασμένου. Η μετεκπαίδευση στην Ανάλυση αυτή και μόνο, χωρίς άλλη επιπλέον ομοιοπαθητική εκπαίδευση, μπορεί να δώσει πολύ σημαντικές προοπτικές στη διάγνωση και την πρόγνωση σε όλες ανεξαιρέτως τις ιατρικές ειδικότητες και ιδιαίτερα στους νέους ιατρούς.

Αρχικά ο ιατρός ακούει και καταγράφει ό,τι του αφηγείται ο ασθενής και οι δικοί του χωρίς να τους διακόπτει. Η καταγραφή των υποκειμενικών βιωμάτων πρέπει να γίνεται με τις εκφράσεις, ακριβώς, που χρησιμοποι­ούν, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες περιγραφές στις ομοιοπαθητικές φαρ­μακολογίες γίνονται στην απλή, την κοινή γλώσσα των ανθρώπων, που έχουν χρησιμοποιηθεί σαν provers, αποφεύγοντας τη χρησιμοποίηση ειδι­κής επιστημονικής ορολογίας.

Παράλληλα, καταγράφονται προσεκτικά οι παρατηρήσεις που κάνει ο ιατρός στον ασθενή, δηλαδή τον τρόπο που κά­θεται, μιλάει, χειρονομεί, κτλ, αλλά και όλα τα αντικειμενικά ευρήματα, που προκύπτουν από την κλινική εξέταση. Τα συμπτώματα καταγράφονται και ομαδοποιούνται σε χρονολογική σειρά και το κάθε ένα από αυτά πε­ριγράφεται ως προς την ακριβή εντόπιση και επέκταση (location, exten­sion), τον χρόνο εμφάνισης, την ιδιαίτερη υποκειμενική ποιότητα (sensa­tion), τους τροποποιητικούς παράγοντες (modalities) και τα λοιπά συμπτώ­ματα που εκδηλώνονται ταυτόχρονα με αυτό (concomitants).

Αποφεύγο­νται οι ερωτήσεις, στις οποίες η απάντηση είναι αναγκαία ‘ναι’ ή ‘όχι’, όπως και οι διαζευκτικές ερωτήσεις, ώστε να υπάρχει πολλαπλή επιλογή απάντησης και ως εκ τούτου αξιολόγηση της σημασίας της απάντησης. Στις γυναίκες πάντοτε περιλαμβάνεται συνοπτική καταγραφή του γυναικολογι­κού ιστορικού.

Ο ασθενής δεν διακόπτεται στην αφήγηση των συμπτωμά­των του, εκτός μόνον αν επεκτείνεται σε άσχετα θέματα ή φλυαρεί και κα­ταγράφεται και ο τρόπος που αφηγείται και χρωματίζει τις ποικίλες πτυχές της υγείας του και των σχέσεών του με το περιβάλλον.

Ακολουθεί η κλινική εξέταση όπως ακριβώς στην κλασική ιατρική και καταγράφονται όλα τα αντικειμενικά ευρήματα, ο έλεγχος των εργαστηριακών ευρημάτων και το είδος της νόσου ή πάθησης, σύμφωνα με την κλασική ορολογία, από την οποία πάσχει ο ασθενής.

Ο προσανατολισμός είναι η ολότητα των συμπτωμάτων της κάθε μιας Κλινικοπαθολογικής Συνδρομής (ΚΠΣ) . 'Οταν, όμως, πρόκειται για χρονίως πάσχοντα ασθενή, στον οποίο διαδράμει μια οξεία νόσος ή βρίσκεται σε οξεία φάση της χρόνιας νόσου, τότε καταγρά­φονται μόνον τα συμπτώματα που αφορούν την οξεία διαταραχή και η συνταγογράφηση, στη φάση αυτή, αφορά μόνον αυτήν.

Η ολότητα των συ­μπτωμάτων δεν είναι μια απλή συνάθροιση συμπτωμάτων, αλλά μια συ­γκροτημένη ομάδα, που παίρνει μια ενιαία μορφή, με συνάφεια που διέπε­ται από τις αρχές και νόμους της Ομοιοπαθητικής, ώστε να γίνει η καλύτε­ρη δυνατή διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση.

Σε τελευταία ανάλυ­ση η ολότητα της ΚΠΣ εκφράζει την ατομικότητα (individuality) της περί­πτωσης, που είναι κύριο ζητούμενο. Μέσα από την ολότητα ξεχωρίζουν: α) η φύση και έκταση των παθολογικών αλλοιώσεων, β) η παθογένεια της ΚΠΣ, γ) τα αίτια (causa causalis) και οι αφορμές της (causa occidentalis), δ) η ιδιο­συγκρασία του ασθενούς, ε) οι προδιαθέσεις νόσου, που αποκαλούνται ‘μιάσματα’ (miasms).

Με βάση αυτό το υλικό, σωστούς συσχετισμούς και ιεράρχηση, προχωρά ο θεραπευτικός σχεδιασμός και η συνταγογράφηση.

Τα συμπτώματα διακρίνονται αρχικά σε γενικά (generals) και τοπικά (locals ή particulars). Γενικά είναι αυτά που αφορούν όλο τον οργανισμό, στην περιγραφή των οποίων ο ασθενής χρησιμοποιεί άμεσα ή έμμεσα την προσωπική αντωνυμία ‘εγώ’, π.χ.

(εγώ) κρυώνω εύκολα, (εγώ) κουράζο­μαι δύσκολα, κτλ. Τοπικά είναι αυτά που αφορούν ένα τμήμα ή ένα όργα­νο του σώματος, στην περιγραφή των οποίων ο ασθενής χρησιμοποιεί την κτητική αντωνυμία ‘μου’, π.χ. το χέρι μου μουδιάζει, το πόδι μου καίει, κ.ο.κ.

Όλα τα νοητικά και συγκινησιακά συμπτώματα είναι γενικά. Επίσης όλα τα φυσικά συμπτώματα που αφορούν επιθυμίες-απέχθειες σε τροφές, σχετίζονται με γενικευμένη αίσθηση, με τον ύπνο, την ερωτική επαφή, τον καταμήνιο κύκλο θεωρούνται ως γενικά συμπτώματα.

Τα γενικά συμπτώ­ματα θεωρούνται, κατ' αρχήν, μεγαλύτερης σημασίας από τα τοπικά. Τα τοπικά αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημασία αν αφορούν μια σοβαρή εντο­πισμένη παθολογία ή αν συνοδεύονται από χαρακτηριστικούς τροποποιη­τικούς παράγοντες, αισθήσεις και συνοδά συμπτώματα.

Επίσης, αν το ίδιο τοπικό σύμπτωμα εμφανίζεται σε περισσότερες από δυο περιοχές του σώ­ματος, τότε θεωρείται γενικό.

Παράλληλα, τα εν γένει συμπτώματα διακρίνονται σε κοινά ή παθολο­γικά (common ή pathologic), όταν είναι τα αναμενόμενα από το είδος και την έκταση της παθολογίας, σύμφωνα με τα δεδομένα της Κλασικής Παθο­λογίας, και σε παράδοξα ή ιδιόμορφα (strange ή peculiar), όταν έχουν χα­ρακτηριστικά που δεν μπορούν να ερμηνευθούν από τα δεδομένα της πα­θολογίας και αφορούν λίγους από τους ασθενείς, που πάσχουν από μια νό­σο.

Τα τελευταία έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθόσον χρωματίζουν την ατο­μικότητα της περίπτωσης, και έτσι κατευθύνουν με περισσότερη ασφάλεια στα ενδεικνυόμενα φάρμακα. Ιδιόμορφα συμπτώματα είναι, π.χ., αϋπνία που συνοδεύεται από υπνηλία, βήχας που καταλήγει σε φτέρνισμα, στεγνό στόμα και αδιψία, κ.ο.κ.

Κοινό σύμπτωμα μπορεί να γίνει ιδιόμορφο από μια ασυνήθιστη εντόπιση, αιτία, περιστάσεις ή από ένα τροποποιητικό πα­ράγοντα, π.χ. πόνος που χειροτερεύει με απαλή πίεση και ανακουφίζεται με έντονη πίεση. Τα περίεργα αυτά συμπτώματα, που παραμένουν συνή­θως στη σκιά των δεδομένων, αποτελούν στην Ομοιοπαθητική το σημείο αιχμής της φαινομενολογίας της εξατομίκευσης.

Τα συμπτώματα εν γένει, μπορεί να είναι υποκειμενικά (subjective) ή αντικειμενικά (objective). Τα υποκειμενικά συμπτώματα, δηλαδή τα βιώ­ματα του ασθενή που αφορούν διαταραχές της φυσιολογίας του, είναι η πρώτη φυσική, και πλέον παραστατική, εκδήλωση της νόσου και προηγού­νται των οποιωνδήποτε οργανικών εντοπίσεών της.

Μπορεί να είναι γενι­κά, τοπικά ή κοινά. Πάντοτε, όμως, αξιολογούνται σαν πραγματικές, απτές διαδικασίες. Τα αντικειμενικά συμπτώματα είναι ουσιαστικά τα κλινικά σημεία και τα εργαστηριακά ευρήματα. Τα υποκειμενικά καθρεφτίζουν κυρίως τον ασθενή, τα αντικειμενικά την ίδια την ασθένεια.

Και οι δύο τύ­ποι συμπτωμάτων έχουν μεγάλη σημασία. Έτσι, μια περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί θεραπευμένη μόνον από τη βελτίωση ή εξαφάνιση των υπο­κειμενικών συμπτωμάτων, όσο τα αντικειμενικά και τα κλινικοπαθολογικά συμπτώματα παραμένουν αναλλοίωτα.

Αλλά και όταν δεν εκτιμώνται ανά­λογα τα υποκειμενικά συμπτώματα, δεν μπορεί να γίνει εξατομίκευση της θεραπείας, που είναι και θεμελιώδης όρος πραγματικής ίασης και όχι απλά θεραπευτικής στήριξης ή ανακούφισης του οργανισμού.

Βέβαια, πολλά υποκειμενικά συμπτώματα εκδηλώνονται εξωτερικά, π.χ. το ρίγος με το χή-νειο δέρμα και την ανάγκη για σκεπάσματα και ζέστη, αλλά και πολλά αντικειμενικά συμπτώματα έχουν αξιοσημείωτη υποκειμενική σπουδαιότη­τα, π.χ.

το κλάμα του μωρού με τα χέρια πάνω σε ένα συγκεκριμένο σημείο υποδηλώνουν δυνατό πόνο σε εκείνο το σημείο. Τα αντικειμενικά συμπτώματα αποτελούν το μοναδικό κλινικό πληροφοριακό υλικό στα παιδιά, σε άτομα ψυχωσικά και σε άτομα που βρίσκονται σε κώμα.

Μια ακόμη κατηγορία είναι τα κλινικά συμπτώματα (clinical symp­toms), δηλαδή εκείνα που δεν προέρχονται από τα παραδοσιακά ομοιοπαθητικά proving σε υγιείς, αλλά από δοκιμές σε ασθενείς που πάσχουν από συγκεκριμένη νόσο με ένα συγκεκριμένο φάρμακο, με την ίδια βασικά, μεθοδολογική προσέγγιση όπως στην κλασική ιατρική.

Έτσι, τα συμπτώματα που έχουν συλλεχθεί, ταξινομούνται σε μια σειρά φθίνουσας σημασίας για τον οργανισμό: 1) ψυχοδιανοητικά, και μάλιστα πρώτα αυτά που σχετίζονται με τη βούληση, μετά με την αντίληψη και τέ­λος με τη μνήμη, 2) φυσικά, οργανικά, γενικά συμπτώματα, 3) οργανικά, τοπικά συμπτώματα.

Σε κάθε κατηγορία προηγούνται σε σημασία τα ιδιό­μορφα συμπτώματα και ακολουθούν τα κοινά ή παθολογικά. Τέλος, σε κά­θε υποκατηγορία γίνεται επιπλέον διαβάθμιση των συμπτωμάτων με βάση την ένταση τους σε 1ου, 2ου και 3ου βαθμού.

Τα 1ου βαθμού είναι τα πλέον ουσιώδη στην υποκατηγορία και στα Repertories (αρχεία ανάλυσης συμπτωμάτων) είναι γραμμένα με έντο­να (bold) στοιχεία, τα 2ου βαθμού με πλαγιαστή γραμματοσειρά (italics) και τα 3ου με κοινά τυπογραφικά στοιχεία.

Στη συνολική αξιολόγηση του ασθενούς, τα κλινικά συμπτώματα θεωρούνται 3ου βαθμού.

Τέλος, μια γρήγορη και πολύ αποτελεσματική προσέγγιση συνίσταται στην ανεύρεση ενός αριθμού ξεκάθαρων ιδιόμορ­φων συμπτωμάτων και ενός αριθμού γενικών συμπτωμάτων, που έχουν κοι­νό η κοινά φάρμακα (τα ονομαζόμενα ‘όμοια’), που τα καλύπτουν.

Με μία μικρής διάρκειας μετεκπαίδευση μπορεί ο ιατρός να αποκτήσει τις σχετικές γνώσεις, για τις οποίες πολύ σύντομα θα διαπιστώσει ότι είναι από τις πλέον σημαντικές μετεκπαιδεύσεις στο επιστημονικό και στο επαγγελματικό πεδίο.