Δυσμηνόρροια είναι η κατάσταση κατά την οποία η γυναίκα πονάει περισσότερο από το φυσιολογικό κατά τη διάρκεια της περιόδου της (έμμηνος ρύση). Μια κοπέλα μπορεί να εμφανίσει τέτοιο πρόβλημα κατά την εφηβική της ηλικία χωρίς κάποια προϋπάρχουσα πάθηση (πρωτοπαθής δυσμηνόρροια) ή όταν έχει πλέον μεγαλώσει, οπότε και συνήθως υπάρχει κάποιο παθολογικό αίτιο το οποίο πρέπει να διερευνηθεί (δευτεροπαθής).

Γενικά μιλώντας, όταν ο πόνος της περιόδου είναι συχνός, έντονος και δεν περνά με τη λήψη δισκίων παρακεταμόλης, έχουμε δυσμηνόρροια.

Περίπου το 25-30% των γυναικών σε κάποια φάση της ζωής τους παραπονούνται για δυσμηνόρροια. Φυσιολογικά μια γυναίκα δεν θα έπρεπε να νιώθει παρά μέτριο πόνο, ο οποίος οφείλεται στις προσταγλανδίνες οι οποίες προκαλούν τις συσπάσεις της μήτρας.

Αν η παραγωγή των ουσιών αυτών είναι πάνω από το φυσιολογικό τότε έχουμε πόνο, ο οποίος αρχίζει να εκδηλώνεται 1-2 μέρες πριν την περίοδο και συνεχίζει κατά τη διάρκειά της. Ο πόνος μπορεί να είναι ρυθμικός, σαν κράμπα, να αντανακλά στη μέση, την πλάτη, το στομάχι ή και τα πόδια.

Μερικές γυναίκες μπορεί να έχουν τάση προς εμετό.

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας είναι η έναρξη της εμμήνου ρύσεως σε μικρή ηλικία (μικρότερη των 12 ετών), η ατεκνία, η μεγάλη αιμορραγία στην περίοδο, το κάπνισμα, η παχυσαρκία και το οικογενειακό ιστορικό.

Για τη δευτεροπαθή δυσμηνόρροια ευθύνονται συνήθως η ενδομητρίωση, η αδενομύωση, τα ινομυώματα, οι ενδομήτριες συσκευές αντισύλληψης (σπιράλ), η στένωση του τραχήλου, οι πυελικές φλεγμονές, οι ανωμαλίες στη διάπλαση των γυναικολογικών οργάνων και επίσης σοβαρές καταστάσεις όπως κύστες ωοθηκών, καρκινώματα κλπ.

Μια γυναίκα με τέτοια συμπτώματα πρέπει να επισκεφθεί τον γυναικολόγο της, να συζητήσει το πρόβλημα και να βρει λύση σε αυτό. Αυτός θα πάρει ένα καλό ιστορικό, θα την εξετάσει κλινικά και θα πραγματοποιήσει υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων.

Σε περίπτωση πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας μπορεί να χορηγηθεί κάποιο παυσίπονο με αντι-προσταγλανδινικές ιδιότητες (προσοχή γιατί τα περισσότερα αυξάνουν το αίμα της περιόδου) σε συνδυασμό ή μη με παράγοντες που ευνοούν την πήξη του αίματος.

Μπορεί επίσης να χορηγηθεί αντισυλληπτικό χάπι. Έχει βρεθεί πως τα αντισυλληπτικά όταν επιλεγούν σωστά βελτιώνουν τα χαρακτηριστικά της περιόδου. Αυτό προϋποθέτει πως δεν υπάρχουν αντενδείξεις χορήγησης των παραπάνω χαπιών στην ασθενή.

Τα αντισυλληπτικά χάπια δεν επιτρέπουν στις ωοθήκες να παράγουν ωάριο κάθε μήνα (ωορρηξία) και κατά συνέπεια παράγονται λιγότερες προσταγλανδίνες από τον οργανισμό της γυναίκας, άρα αυτή πονάει λιγότερο!

Στην περίπτωση της δευτεροπαθούς δυσμηνόρροιας ο γυναικολόγος θα πρέπει να διαφοροδιαγνώσει το βασικό αίτιο.
Ο βασικός παράγοντας πρόκλησης δευτεροπαθούς δυσμηνόρροιας είναι η Ενδομητρίωση.
Στην πάθηση αυτή, κύτταρα του εσωτερικού τοιχώματος της μήτρας (ενδομήτριο) μεταναστεύουν σε άλλα σημεία του σώματος.

Αυτά παράγουν το αίμα της περιόδου. Όταν λοιπόν μεταναστεύουν -κυρίως μέσω των σαλπίγγων-προς την κοιλιά εγκαθίστανται σε διάφορα σημεία του σώματος (ωοθήκες, έντερο, σπάνια ακόμα και στον εγκέφαλο) και παράγουν αίμα κατά τη διάρκεια της περιόδου.

Για το λόγο αυτό μια γυναίκα μπορεί να πονάει στην περίοδό της σε διάφορα σημεία της κοιλιάς. Η Ενδομητρίωση χρειάζεται ειδική φαρμακευτική θεραπεία και αρκετές φορές λαπαροσκοπική χειρουργική αφαίρεση.

Νεότερες έρευνες αποδεικνύουν πως οι περισσότερες περιπτώσεις γυναικών -ειδικά νέων- όπου δεν βρίσκεται συγκεκριμένο αίτιο για τον πόνο της περιόδου και αυτός δεν υποχωρεί εύκολα, οφείλονται στην ενδομητρίωση. Παρόλα αυτά, η ενδομητρίωση μπορεί να πλήξει και γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (άνω των 30) γιατί είναι μια νόσος εξελικτική, η οποία οδηγεί στη δημιουργία συμφύσεων, πόνου στη σεξουαλική επαφή, την αφόδευση, κλεισίματος των σαλπίγγων και υπογονιμότητας.

Πρέπει λοιπόν οι γυναίκες να βρίσκονται σε εγρήγορση για συμπτώματα και να ενημερώνουν τον γυναικολόγο τους προκειμένου να προλάβουν δυσάρεστες εξελίξεις για την υγεία τους, ειδικά στην περίπτωση που δεν έχουν παιδιά.

Εχει αποδειχθεί ότι στη ύφεση των συμπτωμάτων βοηθάει η αλλαγή της δίαιτας, η διακοπή του καπνίσματος, η άσκηση, τα θερμά επιθέματα, ο ύπνος, η γιόγκα και ο βελονισμός.