Ο προληπτικός έλεγχος περιλαμβάνει μια σειρά εξετάσεων, που βοηθούν στο να γνωρίζουμε την κατάσταση της υγείας μας. Με τις εξετάσεις μπορεί να αποκαλυφθούν επιβαρυντικοί παράγοντες, που μπορεί να τροποποιηθούν πριν να προκαλέσουν προβλήματα υγείας (πρόληψη). Επιπλέον μπορεί να διαγνωστούν νοσήματα που δεν έχουν δώσει ακόμη συμπτώματα, αλλά μπορούν να θεραπευτούν αποτελεσματικά (έγκαιρη διάγνωση). 

Οι προληπτικές εξετάσεις, στις οποίες πρέπει περιοδικά να υποβάλλονται οι γυναίκες και διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία, είναι:

Μαστογραφία: Είναι η εξέταση για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού, η οποία έχει αποδειχτεί ότι μειώνει έως 40% τη θνησιμότητα σε γυναίκες 40-69 ετών. Ο έλεγχος με μαστογραφία είναι ετήσιος από την ηλικία των 40 ετών και άνω και γίνεται μεταξύ της 4ης και 12ης ημέρας του κύκλου.

Στην πενταετία μεταξύ 35-40 ετών προτείνεται να γίνει μία μαστογραφία αναφοράς. Σε γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, ο έλεγχος πρέπει να ξεκινήσει σε μικρότερη ηλικία σύμφωνα με τις υποδείξεις του γιατρού. Η ψηφιακή (χωρίς φιλμ) μαστογραφία πλεονεκτεί συγκριτικά με την παλαιότερη αναλογική, γιατί έχει λιγότερη ακτινοβολία, δίνει εικόνα υψηλής ανάλυσης με δυνατότητα περαιτέρω επεξεργασίας και αποθηκεύεται εύκολα σε ηλεκτρονική μορφή.

Υπερηχογράφημα μαστών: Αποτελεί τη βασική εξέταση για το μαστό σε ηλικίες κάτω των 35 ετών, καθώς είναι ακίνδυνη (χωρίς ακτινοβολία). Στις ηλικίες αυτές έχει κυρίως διαγνωστικό χαρακτήρα, για παράδειγμα όταν υπάρχουν ψηλαφητικά ευρήματα. Μετά τα 40 αποτελεί συμπληρωματική εξέταση της μαστογραφίας, κυρίως για μαστούς πυκνούς ή με κύστεις. Ειδικότερος έλεγχος με ελαστογραφία μπορεί να ζητηθεί για συγκεκριμένες ενδείξεις.

Pap-test: Η αύξηση έως 40% της συχνότητας προσβολής από τον σεξουαλικά μεταδιδόμενο ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων-HPV σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας έχει αναδείξει σήμερα τη σημασία του τεστ Παπανικολάου (Pap-test). Το τεστ μπορεί να ανιχνεύσει φλεγμονώδεις, προκαρκινικές ή καρκινικές μικροσκοπικές αλλοιώσεις στα κύτταρα του τραχήλου, ώστε να γίνει έγκαιρα η κατάλληλη αντιμετώπιση. Σε αυτό πρέπει να υποβάλλονται ετησίως, μετά την 7η ημέρα του κύκλου, όλες οι γυναίκες από την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας. Μετά τα 60 μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 2-3 έτη. 

Υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων: Αποτελεί μια ανώδυνη και ακίνδυνη μέθοδο για την απεικόνιση των γυναικείων αναπαραγωγικών οργάνων, χρήσιμη σε κάθε ηλικία. Βοηθά στο να αναδειχθούν προβλήματα, όπως παθήσεις της μήτρας (ινομυώματα, αυξημένο πάχος ενδομητρίου, πολύποδες), των ωοθηκών (πολυκυστικές ωοθήκες, ενδομητρίωση, όγκοι) και των σαλπίγγων (φλεγμονές, εξωμήτριος κύηση). Μπορεί να γίνει εξωτερικά (στην κάτω κοιλιά) ή διακολπικά.

Μέτρηση οστικής πυκνότητας (ΜΟΠ): Στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, η προοδευτική, με την ηλικία, οστική απώλεια έχει βρεθεί ότι σχεδόν τριπλασιάζεται, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο για κατάγματα στη σπονδυλική στήλη, στην περιοχή του καρπού και στο ισχίο. Χαρακτηρίζεται ως οστεοπενία ή οστεοπόρωση, όταν είναι ηπίου ή σοβαρού βαθμού αντίστοιχα.

Η διάγνωση γίνεται με τη μέθοδο DEXA (ακτίνες Χ), με μετρήσεις στην οσφυϊκή (κατώτερη) μοίρα της σπονδυλικής στήλης για νεότερες γυναίκες και στο ισχίο για μεγαλύτερες. Ο προληπτικός έλεγχος για την οστεοπόρωση ξεκινά στην εμμηνόπαυση και επαναλαμβάνεται κάθε 1-2 έτη, την ίδια εποχή του έτους. Ενδείκνυται, όμως, να ξεκινήσει νωρίτερα, εφόσον υπάρχουν παράγοντες κινδύνου όπως χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου, κάπνισμα, μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ, πρώιμη εμμηνόπαυση και λήψη ορισμένων φαρμάκων (π.χ. κορτιζόνη).

Άλλες εξετάσεις του check up μη ειδικές για το φύλο, που μπορεί να προτείνει στη γυναίκα ο γιατρός ανάλογα με το ιστορικό και τον τρόπο ζωής, είναι οι ακόλουθες:

Έλεγχος του θυρεοειδούς αδένα: Οι παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα είναι πιο συχνές στις γυναίκες, ενώ μπορεί να υπάρχει και κληρονομικό ιστορικό. Αρκετά συχνά είναι ασυμπτωματικές και η διάγνωσή τους γίνεται σε τυχαίο έλεγχο. Η θυρεοειδική λειτουργία επιβάλλεται να ελεγχθεί τόσο σε εγκύους γυναίκες όσο και σε εκείνες που προγραμματίζουν μία εγκυμοσύνη. Εκτός από την κλινική εξέταση, γίνεται υπερηχογράφημα θυρεοειδούς για το μέγεθος και τη μορφολογία του αδένα, όπως και μέτρηση των θυρεοειδικών ορμονών και αντισωμάτων για την ορμονική λειτουργία. 

Σίδηρος και φερριτίνη ορού: Η μέτρηση στο αίμα σιδήρου και φερριτίνης (δείκτης των αποθηκών σιδήρου στον οργανισμό) είναι χρήσιμες εξετάσεις για τις γυναίκες, ειδικότερα κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και σε εκείνες που χάνουν σίδηρο με την περίοδο. Μάλιστα, μπορεί να αποκαλύψουν την αιτία λιγότερο γνωστών συμπτωμάτων της σιδηροπενίας, όπως εύθραυστα νύχια, δυσκαταποσία, ευπάθεια σε λοιμώξεις και σύνδρομο των «ανήσυχων ποδιών». 

Αιματολογικές εξετάσεις για σάκχαρο και λιπίδια: Παθολογικές τιμές σακχάρου και λιπιδίων, κύρια χοληστερόλης και λιγότερο τριγλυκεριδίων, αποτελούν μαζί με το κάπνισμα τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα (στεφανιαία νόσο, στηθάγχη και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Η τακτική παρακολούθηση του σακχάρου αίματος είναι απαραίτητη σε γυναίκες με αυξημένο σωματικό βάρος (λίπος κυρίως στην περιοχή της κοιλιάς), οικογενειακό ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, διαβήτη της κύησης και πολυκυστικές ωοθήκες. Ο λιπιδαιμικός έλεγχος προτείνεται σε γυναίκες με σχετικό οικογενειακό ιστορικό, θυρεοειδοπάθεια, εμμηνόπαυση, αρτηριακή υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη. 

Κολονοσκόπηση: Η προληπτική αξία της κολονοσκόπησης έγκειται στην εύρεση και αφαίρεση πολυπόδων του εντέρου πριν αυτοί εξελιχθούν σε καρκίνο. Επίσης, συμβάλλει στην πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου, η συχνότητα του οποίου αυξάνεται μετά την ηλικία των 50 ετών. Έτσι, όταν δεν υπάρχει σχετικό ιστορικό, η πρώτη κολονοσκόπηση προτείνεται στην ηλικία των 50 και επαναλαμβάνεται κάθε 7-10 έτη επί αρνητικών ευρημάτων. Σε άτομα υψηλού κινδύνου, όπως άτομα με οικογενειακό ιστορικό πολυπόδων ή καρκίνου του παχέος εντέρου, κληρονομική πολυποδίαση εντέρου και μακροχρόνια ελκώδη κολίτιδα, ο έλεγχος του εντέρου πρέπει να αρχίζει νωρίτερα και να επαναλαμβάνεται συχνότερα. 

Προληπτικός έλεγχος μελανώματος: Το μελάνωμα είναι ένας πολύ επιθετικός κακοήθης όγκος του δέρματος, που όμως θεραπεύεται αν ανιχνευθεί σε πρώιμο στάδιο. Η προληπτική δερματολογική εξέταση για μελάνωμα και η χαρτογράφηση των σπίλων καλό είναι να ξεκινά από την ηλικία των 40 ετών. Η τακτική παρακολούθηση του δέρματος επιβάλλεται σε άτομα υψηλού κινδύνου, όπως άτομα με ανοιχτόχρωμο δέρμα, οικογενειακό ιστορικό μελανώματος, μεγάλο αριθμό σπίλων («ελιών»), ιστορικό σοβαρού ηλιακού εγκαύματος. Επίσης, εάν παρατηρηθούν αλλαγές (π.χ. στο σχήμα ή το χρώμα) σε προϋπάρχοντες σπίλους, πρέπει να ζητηθεί χωρίς καθυστέρηση ιατρική συμβουλή.

Συνοψίζοντας, ο προληπτικός έλεγχος στις γυναίκες, με όλες ή μερικές από τις παραπάνω εξετάσεις, αποτελεί ασπίδα προστασίας της υγείας τους όταν επαναλαμβάνεται τακτικά και αξιολογείται εξατομικευμένα από το γιατρό.

Μην ξεχάσετε...

Ανάλογα με την κατάσταση της υγείας οι εξετάσεις του check up μπορεί να είναι διαφορετικές από γυναίκα σε γυναίκα, ακόμη και της ίδιας ηλικίας. Συμβουλευθείτε το γιατρό σας πριν κλείσετε ραντεβού.

Μερικές εξετάσεις του check up απαιτούν κατάλληλη προετοιμασία (π.χ. αποφυγή σεξουαλικής επαφής 24 ώρες τουλάχιστον πριν το Pap-test, καθαρτικά πριν από την κολονοσκόπηση). Ζητήστε τις σχετικές οδηγίες πριν από την εξέταση.

Καλό είναι να προγραμματίσετε το check up στο διάστημα από την 7η έως 12η ημέρα του κύκλου σας.

Να έχετε μαζί σας προηγούμενες εξετάσεις (π.χ. τα φιλμ ή CD μαστογραφίας) για να μπορεί να γίνει συγκριτική αξιολόγηση.

Πηγές: Γράφει η Δρ Ελεάννα Σαλγκάμη, Παθολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήμα Προληπτικού Ελέγχου ΥΓΕΙΑ