Από τα τεχνητώς παρασκευαζόμενα πυριτικά, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τσιμέντο στο οποία θα αναφερθούμε εν συντομία.
Οι βασικές πρώτες ύλες για την κατασκευή τσιμέντου είναι ο ασβεστόλιθος και τα αργιλοπυρικά (σχίστης - ψαμμίτης). Τα δεύτερα περιέχουν σε αφθονία ελεύθερο SiO2.
Μετά τη λειοτρίβηση οι πρώτες ύλες ψήνονται μέσα στους περιστρεφόμενους κλίβανους σε θερμοκρασία 1400-1550 oC για να σχηματισθεί το κλίνκερ. Στην έξοδο του από τους περιστρεφόμενους κλιβάνους το κλίνκερ ψύχεται ταχέως για να εμποδισθεί η μετατροπή του πυρτικού τριασβεστίου σε πυριτικό διασβέστιο και οξείδιο του ασβεστίου.
Η περιεκτικότητα σε ελεύθερο SiO2 του τσιμέντου είναι χαμηλή (περίπου 5%). Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το ελεύθερο SiO2 κάτω από τις υψηλές αυτέ ς θερμοκρασίες μετατρέπεται εν μέρει σε κριστοβαλλίτη, που είναι πιο παθογόνος από το ελεύθερο quartz.

Το τσιμέντο δεν προκαλεί πνευμονοκονίωση πιθανώς λόγω της υγροσκοπικής φύσης που έχει και που προδιαθέτει στη συσσώρευση των σωματιδίων στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα. Είναι γνωστό ότι η ρινολιθίαση αποτελεί συχνό εύρημα στους τσιμεντεργάτες.
Το quartz που υπάρχει στις πρώτες ύλες και που κυρίως απαντάται στην εξόρυξη και στην άλεση αποτελεί ένα κίνδυνο για πυριτίαση μάλλον θεωρητικό παρά ουσιαστικό καθόσο σε όλα τα δημοσιεύματα η πυριτίαση είναι εξαιρετικά σπάνια στους τσιμεντεργάτες.

Το 1939 στην Αγγλία οι Gardner και άλλοι έκαναν μία επιδημιολογική έρευνα σε 2.278 άνδρες σε 17 τσιμεντάδικα. Αναφερόμαστε σε εποχή που ούτε ηλεκτρόφιλτρα υπήρχαν ούτε η σημερινή ευαισθησία για εργασιακούς χώρους.
Έτσι βρέθηκε ελεύθερο quartz σε ποσοστό 130% στη σκόνη τους χώρους άλεσης. Από τον αριθμό αυτό των εργαζομένων βρέθηκαν 8 με πυριτίαση και στους 6 από αυτούς προηγούμενη έκθεση σε πυρίτιο από άλλες εργασίες ήταν υπεύθυνη.
Στην ίδια επιδημιολογική έρευνα διαπιστώθηκε ότι μακρά έκθεση σε σκόνη τσιμέντου δεν προδιαθέτει σε φυματίωση.

Εξάλλου η εισπνοή τσιμέντου σε πειραματόζωα (Beatjer 1947) δεν προκαλεί ούτε οξείες ούτε χρόνιες παθολογικές αλλαγές.
Παρ' όλα αυτά στη βιβλιογραφία αναφέρεται ότι μικρές ακτινολογικές σκιάσεις (τύπου 1q και 2q) μπορούν να συμβούν μετά από βαρειά έκθεση, πράγμα που ταυτίζεται με καλοήθη πνευμονοκονίωση χωρίς ίνωση και αυτό σε πολύ χαμηλή συχνότητα.
Όσον αφορά την πνευμονική λειτουργία υπάρχουν και εδώ αντιθέσεις στις εργασίες που έχουν ανακοινωθεί. Κατ' άλλους η χρόνια βρογχίτιδα με συνοδό εμφύσημα είναι η περισσότερο συχνή πνευμονική νόσος μεταξύ των τσιμεντεργατών.

Κατ' άλλους δεν σημειώνεται ουσιώδης διαφορά μεταξύ εργατών σε κονιοβριθείς χώρους και υπαλλήλους σε μη κονιοβριθή χώρο μετά την προτύπωση ως προς την καπνιστική συνήθεια. Ενώ αντιθέτως αλλού αναφέρεται ότι οι βαρέως εκτιθέμενοι έχουν μεγαλύτερη του αναμενόμενου απόκλιση στις σπιρομετρικές τιμές.