Πρόσφατα, τα μέσα ενημέρωσης εστίασαν την προσοχή τους σε ένα κορίτσι από την Αγγλία, το οποίο πριν δέκα χρόνια είχε υποστεί μεταμόσχευση καρδιάς χωρίς να της αφαιρεθεί η δική της. Έτσι, όταν χάλασε η μεταμοσχευμένη καρδιά και αφαιρέθηκε, παρατήρησαν ότι η δική της καρδιά είχε επανέλθει στο φυσιολογικό της μέγεθος και λειτουργούσε φυσιολογικά.

Όταν δεν αφαιρείται η πάσχουσα καρδιά και παραμένει μέσα στο θώρακα μαζί με τη μεταμοσχευμένη, η μεταμόσχευση αυτή ονομάζεται Domino. Στην περίπτωση αυτή της νεαρής Αγγλίδας η δική της καρδιά έπασχε προφανώς από μυοκαρδίτιδα, η οποία είναι μία πάθηση που μπορεί να σταθεροποιηθεί για πολλά χρόνια ή ακόμα και να ιαθεί.

Μπορεί μάλιστα και τα κυτταροστατικά φάρμακα τα οποία έπαιρνε το συγκεκριμένο κορίτσι για να αντιμετωπίσει μία μορφή καρκίνου από την οποία έπασχε, να βοήθησαν και στην αποθεραπεία της μυοκαρδίτιδας.

Το ίδιο συμβαίνει σήμερα και με την τεχνητή καρδιά. Σε ορισμένους αρρώστους παρατηρείται ότι ύστερα από μερικά χρόνια όταν αφαιρείται η τεχνητή καρδιά (συσκευή Jarvitz) ή η αντλία υποστηρίξεως της καρδιάς, βελτιώνεται σημαντικά η λειτουργία της πάσχουσας καρδιάς, έτσι ώστε να μη χρειάζεται πλέον την υποστήριξη της τεχνητής καρδιάς.

Γι’ αυτό σήμερα τις αντλίες υποστηρίξεως της καρδιάς δεν τις χρησιμοποιούμε μόνο σαν γέφυρα για τη μεταμόσχευση, δηλαδή προκειμένου να βρεθεί ο δότης, αλλά και σαν γέφυρα για θεραπεία της πάσχουσας καρδιάς.

Όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι η μεταμόσχευση της καρδιάς δεν είναι μία απλή υπόθεση.

Πολλοί καρδιοπαθείς διερωτώνται γιατί να κινδυνεύει η ζωή τους με διάφορες χειρουργικές ή φαρμακευτικές θεραπείες και να μην επιχειρείται μία ουσιαστική θεραπεία όπως η αντικατάσταση της καρδιάς τους από άλλη, νέα καρδιά; H απορία ακούγεται λογική, αλλά η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.

Η μεταμόσχευση καρδιάς είναι μία απλή και ακίνδυνη επέμβαση, αλλά η επιβίωση του ασθενούς εξαρτάται κυρίως από την ανοσοβιολογική αντίδραση του κάθε μεταμοσχευμένου ατόμου στη νέα του καρδιά.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να ανεχθεί ο οργανισμός τη νέα καρδιά έχουν πολλές φορές σοβαρές παρενέργειες. Τα κυτταροστατικά φάρμακα και η κορτιζόνη που συνήθως χρησιμοποιούνται, μπορούν πολλές φορές να ελαττώσουν την ανοσοβιολογική αντίδραση του οργανισμού, με αποτέλεσμα ο μεταμοσχευμένος ασθενής να είναι ευπρόσβλητος από διάφορες σοβαρές παθήσεις όπως οι διάφορες μορφές καρκίνου καθώς και οι σοβαρές λοιμώξεις, όπως η πνευμονία ή η φυματίωση, δημιουργούν προϋποθέσεις όχι μόνο κινδύνου απορρίψεως του μοσχεύματος, αλλά απειλούν άμεσα τη ζωή του μεταμοσχευμένου ασθενούς.

Έτσι, οι ενδείξεις της μεταμόσχευσης καρδιάς περιορίζονται αυστηρά και αφορούν σχετικά νέους ανθρώπους με καλή γενική βιολογική κατάσταση του οργανισμού τους, οι οποίοι δεν υποφέρουν από καμία άλλη σοβαρή πάθηση εκτός από καρδιακή ανεπάρκεια σε τελικά στάδια.

Καρδιακή ανεπάρκεια σε τελικά στάδια θεωρείται η ανεπάρκεια της καρδιάς που δεν επιτρέπει στον ασθενή πρακτικά να κινείται λόγω της δύσπνοιας, η οποία εμφανίζεται ακόμα και στην ηρεμία, καθώς και της μυϊκής του αδυναμίας.

Χειρουργικά, οι μεταμοσχεύσεις καρδιάς άρχισαν σε ζώα πριν από το 1967, στο Πανεπιστήμιο Stanford, από τον Norman Shumway, στην ομάδα του οποίου εκπαιδεύθηκε και ο Christian Barnard. Ωστόσο, η πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς σε άνθρωπο έγινε από τον Barnard στη Νότια Αφρική το 1967, όπου το νομικό καθεστώς επέτρεπε την επέμβαση.

Τότε η νομοθεσία και η ιατρική δεοντολογία στις ΗΠΑ δεν επέτρεπαν να γίνει μεταμόσχευση καρδιάς σε άνθρωπο. Δυστυχώς, όμως, τον ενθουσιασμό των πρώτων μεταμοσχεύσεων ακολούθησε η απογοήτευση λόγω της απόρριψης του μοσχεύματος από τον οργανισμό.

Η αισιοδοξία επανήλθε μετά το 1980, όταν ανακαλύφθηκε η κυκλοσπορίνη, ένα νέο φάρμακο που καταπιέζει το ανοσοβιολογικό σύστημα, του οποίου η αντίδραση θεωρείται υπεύθυνη για την απόρριψη του μοσχεύματος. Έτσι, σήμερα γίνονται περίπου 2.500-3.000 μεταμοσχεύσεις ετησίως σε όλο τον κόσμο.

Στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, το πρόβλημα για τη διενέργεια της μεταμόσχευσης είναι η έλλειψη δοτών, με αποτέλεσμα εκατομμύρια ασθενείς να παραμένουν αβοήθητοι. Ελπίδα για το μέλλον παραμένει η βελτίωση της τεχνητής καρδιάς, η οποία θα διασφαλίζει μακροζωία στους ασθενείς χωρίς σοβαρές επιπλοκές.

Ευτυχώς, σήμερα η τεχνητή καρδιά που άλλοτε αποτελούσε όραμα για το μέλλον, σήμερα είναι μία ρεαλιστική πραγματικότητα.