Το 1983 ένας καινούργιος ιός, ο HIV, απομονώθηκε από ασθενή με λεμφαδενοπάθεια. Από τότε ολόκληρη η ανθρωπότητα εισήλθε στον αστερισμό ενός νέου ιού που προκαλούσε εκτεταμένες αλλοιώσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα με πτώση του αριθμού των CD4 λεμφοκυττάρων και επικίνδυνες λοιμώξεις.

Μία νέα, πολύ σοβαρή ασθένεια, το AIDS, που προκάλεσε πανικό στην παγκόσμια κοινότητα και πολλούς θανάτους νέων ανθρώπων, αναδύθηκε.

Πολλά άτομα με λοίμωξη από HIV, παραμένουν φορείς για πάνω από δέκα χρόνια, πριν εμφανιστούν συμπτώματα, όπως πυρετός, απώλεια βάρους, αυξημένη εφίδρωση, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις. Παρά τη βελτίωση της πρόγνωσης με τη μοντέρνα αντιρετροϊκή θεραπεία, το AIDS συνεχίζει να είναι μία πολύ σοβαρή θανατηφόρα νόσος.

Επιπροσθέτως, η πρώιμη διάγνωση είναι καθοριστικής σημασίας για τη σωστή θεραπεία, την προφύλαξη των άλλων ανθρώπων και τη σημαντική παράταση της επιβίωσης. Αυτοί είναι οι λόγοι, που εικοσιπέντε χρόνια μετά, η μάχη της πρόληψης του AIDS είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ και από τις βασικές μάχες που καλείται να δώσει καθημερινά ο σοβαρός μαχόμενος παθολόγος.

Ο ιός παρουσιάζει σεξουαλική, παρεντερική και κάθετη μετάδοση. Από τις σεξουαλικές συνήθειες, η πρωκτική συνουσία είναι η πιο επικίνδυνη. Το πιο συχνό μοντέλο μετάδοσης είναι η πρωκτική ετεροφυλοφυλική και ομοφυλοφιλική διασπορά.

Ακολουθεί η κολπική συνουσία, ενώ ορομετατροπές έχουν γίνει και με την από στόματος συνουσία.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά δεν έχει επιβεβαιωθεί κανένα κρούσμα που να είναι αποτέλεσμα μόλυνσης από κοινωνική συναναστροφή, αναπνοή ή κουνούπια. Είναι αναγκαία η χρήση προφυλακτικού, το οποίο πρέπει να είναι μίας χρήσεως. Τα προφυλακτικά δεν είναι 100% αποτελεσματικά.

Η αρνητική αιματολογική εξέταση σε περίπτωση ύποπτης επαφής δεν κατοχυρώνει και πρέπει να επαναλαμβάνεται έξι μήνες μετά. Παρομοίως, η συνουσία χωρίς προφυλακτικό δεν κατοχυρώνει παρά μόνον εάν υπάρχει επιβεβαιωμένη μονογαμική αμοιβαία σχέση, με κάποιον στον οποίο ο έλεγχος είναι αρνητικός και δεν έχει εφαρμοστεί ανασφαλής σεξουαλική πρακτική τουλάχιστον έξι μήνες πριν και οποιαδήποτε στιγμή μετά το αρνητικό αποτέλεσμα ελέγχου.

Τα άτομα υψηλού κινδύνου πρέπει να ελέγχονται περιοδικά για HIV, καθώς και για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να ενσωματώνεται στην περιοδική παθολογική προληπτική εξέταση.

Η χρήση κοινόχρηστων συριγγών, κύρια από χρήστες ουσιών, αποτελεί μία βασική οδό μόλυνσης. Μετάδοση λόγω νύξεων από βελόνες κατά την παροχή υπηρεσιών υγείας, δεν είναι σπάνια, ιδιαιτέρως στην περίπτωση άπειρου υγειονομικού προσωπικού και φοιτητών ιατρικής, οι οποίοι καλό είναι να κάνουν περιοδικούς ελέγχους για HIV, σε περίπτωση νύξεων.

Η πιθανότητα μετάδοσης αμέσως μετά από έκθεση σε επιβεβαιωμένο κρούσμα μειώνεται δραστικά βάσει μελετών, με εφαρμογή προφυλακτικής θεραπείας, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα.

 Η μετάδοση από τη μητέρα στο έμβρυο, αυξάνεται ανησυχητικά παγκοσμίως. Η πιθανότητα μετάδοσης, μειώνεται δραματικά με την εφαρμογή προληπτικής αγωγής. Αυτός είναι ο λόγος που όλες οι γυναίκες που κυοφορούν ή σκέπτονται να κυοφορήσουν πρέπει να κάνουν προληπτικό έλεγχο για HIV και να λαμβάνουν σε περίπτωση φορείας ειδική αγωγή προφύλαξης για το έμβρυο.

Η μετάδοση μέσω μεταγγίσεων έχει μειωθεί σημαντικά στην Ευρώπη, λόγω αποτελεσματικότερων ελέγχων, στα κέντρα αιμοδοσίας.