Τώρα που καθημερινά οι μέρες γίνονται πιο ζεστές ,ένα μικρό είδος μύγας,ονόματος Phlebotomus θα κάνει και πάλι την ετήσια εμφάνισή του στις παράκτιες περιοχές μας, μαζί της και ο κίνδυνος της νόσου της λεϊσμανίασης.

Η λεϊσμανίαση είναι παρασιτική νόσος που μεταδίδεται με το τσίμπημα της φλεβοτόμου μύγας, Phlebotomus (σκνίπα).

Υπάρχουν τρεις μορφές λεϊσμανίασης: η δερματική, η βλεννογονική και η σπλαγχνική μορφή (Καλά-αζάρ).
Οι βλάβες μπορούν να είναι μία ή περισσότερες, επώδυνες ή ανώδυνες.
Συνήθως πρόκειται για ερυθηματώδη κηλίδα ή οζίδιο που τυπικά σχηματίζει ένα ρηχό έλκος με υπερυψωμένο όχθο.

Μπορεί να συνυπάρχει διόγκωση λεμφαδένων κοντά στις βλάβες (π.χ. κάτω από τη μασχάλη στην περίπτωση που οι βλάβες εντοπίζονται στο χέρι ή στο βραχίονα).
H σπλαγχνική λεϊσμανίαση (καλά-αζάρ), χαρακτηρίζεται από πυρετό, ανορεξία, απώλεια βάρους και διόγκωση ήπατος και σπληνός (συνήθως ο σπλήνας είναι περισσότερο διογκωμένος από το ήπαρ).


Παρουσιάζονται επίσης αναιμία, πτώση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων
Συνυπάρχει διόγκωση λεμφαδένων.

Παρουσιάζονται περίπου 1,5 εκατομμύρια νέα κρούσματα δερματικής λεϊσμανίασης και 500.000 νέα κρούσματα σπλαγχνικής λεϊσμανίασης κάθε χρόνο στον κόσμο. Περισσότερες από το 90% των περιπτώσεων σπλαγχνικής λεϊσμανίασης ανά τον κόσμο αφορούν την Ινδία, το Μπαγκλαντές, το Νεπάλ, το Σουδάν και τη Βραζιλία.

Ειδικότερα η Λεϊσμανίαση συναντάται στις παρακάτω περιοχές:
Μεξικό, Κεντρική και Νότια Αμερική-από τη βόρεια Αργεντινή στο νότιο Τέξας (όχι στην Ουρουγουάη τη Χιλή ή τον Καναδά)
Νότια Ευρώπη (η λεϊσμανίαση δεν είναι συχνή στους ταξιδιώτες στη νότια Ευρώπη).

Ασία (όχι νοτιοανατολική), Μέση Ανατολή, Αφρική (ειδικά στην ανατολική και νότια Αφρική με σποραδικά κρούσματα στην υπόλοιπη ήπειρο), Λεϊσμανίαση δε συναντάται στην Αυστραλία και στα νησιά του Ειρηνικού όπως η Μελανησία, η Μικρονησία και η Πολυνησία.

Από το 1998 έως το 2005 έχουν αναφερθεί στην Ελλάδα 291κρούσματα σπλαγχνικής και 20 κρούσματα δερματικής λεϊσμανίασης. (Πηγή World Health Organisation).

Η λεϊσμανίαση μεταδίδεται με το τσίμπημα ορισμένων τύπων φλεβοτόμων (σκνίπες). Οι σκνίπες μολύνονται όταν προηγουμένως έχουν τσιμπήσει ένα μολυσμένο ζώο (όπως τρωκτικό ή σκύλο) ή μολυσμένο άνθρωπο. Επειδή οι σκνίπες όταν πετάνε δεν κάνουν θόρυβο, ο άνθρωπος μπορεί να μην αντιληφθεί την παρουσία τους.

Επίσης, επειδή είναι πολύ μικρές (είναι σε μέγεθος περίπου το 1/3 του μεγέθους ενός τυπικού κουνουπιού), μπορεί να μη γίνουν αντιληπτές ούτε με την όραση.

Οι σκνίπες παρουσιάζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του απογεύματος και της νύχτας, ενώ είναι λιγότερο δραστήριες κατά τις θερμότερες ώρες της ημέρας. Ωστόσο, οι σκνίπες τσιμπάνε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας όταν κάποιος τις ενοχλήσει (π.χ.

εργασία σε παράκτιο δασικό / θαμνώδες περιβάλλον , όπου βρίσκονται σκνίπες). Σπάνια, η λεϊσμανίαση μεταδίδεται από έγκυο γυναίκα στο παιδί της, ενώ μπορεί να μεταδοθεί και με μετάγγιση αίματος ή με μολυσμένες βελόνες.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας κινδυνεύουν να αρρωστήσουν αν κατοικούν ή επισκέπτονται περιοχές στις οποίες η νόσος ενδημεί. Η νόσος είναι συχνότερη σε επαρχιακές από ότι σε αστικές περιοχές – μπορεί όμως να παρατηρηθούν κρούσματα στις παρυφές αστικών κέντρων.

Ο κίνδυνος νόσησης είναι μεγαλύτερος κατά τη διάρκεια του απογεύματος και της νύχτας που οι σκνίπες παρουσιάζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα.
Το μόνο που χρειάζεται είναι το τσίμπημα από μολυσμένη σκνίπα.
Ταξιδιώτες, μέλη ειρηνευτικών αποστολών, ιεραπόστολοι, ορνιθολόγοι, άνθρωποι που διενεργούν έρευνες κατά τη διάρκεια της νύχτας, στρατιώτες είναι παραδείγματα με αυξημένο κίνδυνο προσβολής από τη νόσο (ιδιαίτερα δερματική μορφή).

Στη δερματική λεϊσμανίαση οι βλάβες εμφανίζονται αρκετές εβδομάδες αργότερα.
Στη σπλαγχνική λεϊσμανίαση η περίοδος επώασης κυμαίνεται από 6 εβδομάδες έως 6 μήνες. Εντούτοις έχουν αναφερθεί περίοδοι επώασης από 10 ημέρες έως 10 χρόνια.


Στη δερματική μορφή της νόσου οι βλάβες μπορούν να υποχωρήσουν αυτόματα μετά από μήνες ή χρόνια και να αφήσουν ουλή. Σπάνια επεκτείνονται στη στοματική ή ρινική κοιλότητα (βλεννογονική μορφή της νόσου).

Η σπλαγχνική λεϊσμανίαση εάν δεν αντιμετωπιστεί, συχνά είναι θανατηφόρα.
Τα περιστατικά με τη δερματική μορφή της νόσου δεν χρειάζεται να νοσηλευτούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τα περιστατικά σπλαγχνικής λεϊσμανίασης νοσηλεύονται στο νοσοκομείο.

Λόγω του ότι η εξάλειψη της μολυσμένης ζωικής δεξαμενής (τρωκτικά, σκύλοι) και /ή του πληθυσμού των σκνιπών είναι απίθανο να συμβεί στις περισσότερες περιοχές όπου η λεϊσμανίαση είναι ενδημική , πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ταξιδιώτες να περιορίζουν την έκθεσή τους στα τσιμπήματα της σκνίπας, προτιμώντας κατοικίες με σίτα στα παράθυρα, κουνουπιέρες, προστατευτικό ρουχισμό και εντομοαπωθητικά και περιορίζοντας την έκθεση στο ύπαιθρο από το σούρουπο έως το χάραμα.


Ασθενείς με τη σπλαγχνική μορφή της νόσου δεν πρέπει να δίνουν αίμα ή να γίνονται δωρητές οργάνων.