Η νόσος των λεγεωναρίων πήρε το όνομά της από μία λοίμωξη του αναπνευστικού από την οποία προσβλήθηκε μεγάλος αριθμός βετεράνων της Λεγεώνας της Αμερικής, σε ένα συνέδριο στην Φιλαδέλφεια των Η.Π.Α. το 1976.

Πρόκειται για μία οξεία βακτηριακή λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού. Είναι δυνητικά θανατηφόρος με ποσοστά θνητότητας 10-15 %. Το βακτήριο που προκαλεί την νόσο ανήκει στην οικογένεια Legionella Spp, υπάρχουν περίπου 42 είδη λεγεωνέλλας το πιο συνηθισμένο όμως είδος που έχει συνδεθεί με τη νόσο είναι η Legionella Pneumophila.

Ο χρόνος επώασης της νόσου είναι επτά ημέρες. Η κλινική εικόνα της νόσου χαρακτηρίζεται από καταβολή, μυαλγίες, κεφαλαλγίες, υψηλό πυρετό (40ο C), πιθανόν να εμφανιστούν ναυτία, έμετος, διάρροια, πόνος στο στήθος, ξηρός βήχας, και δυσκολία στην αναπνοή.

Οι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν πνευμονία. Η πνευμονία που προκαλείται από την Legionella έχει την κλινική εικόνα της άτυπης πνευμονίας και επιβάλλεται ο εργαστηριακός έλεγχος για σίγουρη διάγνωση.

Η λεγεωνέλλα ανευρίσκεται στις φυσικές πηγές νερού όπως λίμνες και ποτάμια, αλλά και σε τεχνητές εγκαταστάσεις νερού όπως οι πύργοι ψύξεως των υδρόψυκτων συστημάτων κλιματισμού, τις εγκαταστάσεις κρύου και ζεστού νερού (βρύσες και ντους),στις δεξαμενές αποθήκευσης νερού, στις δεξαμενές υδρομαλάξεων (spa), στις αναπνευστικές συσκευές, στον οδοντιατρικό εξοπλισμό, συστήματα ποτίσματος κήπων,τα θεάματα με νερό (σιντριβάνια, καταρράκτες εσωτερικών χώρων κ.α).


Δυνητικά κάθε άτομο μπορεί να προσβληθεί από την νόσο, έχει όμως παρατηρηθεί πως είναι ποιο ευάλωτα τα άτομα άνω των 50 ετών, άνδρες, καπνιστές, άτομα που πάσχουν από χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, διαβητικοί, και ανοσοκατασταλμένοι.

Η μετάδοση επιτυγχάνεται όταν το άτομο εισπνεύσει σταγονίδια (μεγέθους 1-5 μm) μολυσμένου νερού με λεγεωνέλλα. Έτσι η λειτουργία μιας βρύσης, ενός ντους, ο καθαρισμός μίας τουαλέτας, ακόμα και οι φυσαλίδες που αναδύονται από μία δεξαμενή spa, είναι δυνατόν να προκαλέσουν μόλυνση.

Η λεγεωνέλλα καταστρέφεται σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 70 βαθμών Κελσίου, σε θερμοκρασίες 0 έως 19 βαθμών βρίσκεται σε αδράνεια, ενώ σε θερμοκρασίες 20 έως 45 βαθμών πολλαπλασιάζεται. Ο πολλαπλασιασμός της ευνοείται όταν στην εσωτερική επιφάνεια των σωληνώσεων των εγκαταστάσεων μας έχει αναπτυχθεί βιομεμβράνη.

Όταν υπάρχουν πουρί, σκουριά, άλατα, άλγες, και μικροοργανισμοί τότε δημιουργείται η εν λόγω μεμβράνη. Δηλαδή οργανικές και ανόργανες ουσίες επικάθονται στην εσωτερική επιφάνεια των σωληνώσεων, στην συνέχεια οι σωληνώσεις αποικίζονται από μικροοργανισμούς και τέλος δημιουργείται η βιομεμβράνη η οποία εμφανίζει αντοχή στις βιοκτόνες ουσίες, και παρέχει άριστο καταφύγιο στη λεγεωνέλλα.

Υγιεινολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις στις οποίες συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός παραθεριστών κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες.

Έτσι σε κάθε τέτοια επιχείρηση θα πρέπει να έχει οριστεί μία ομάδα εργασίας από άτομα εκπαιδευμένα, τα οποία θα εφαρμόζουν ένα περιοδικό πρόγραμμα ελέγχου (τεχνικού - χημικού - μικροβιολογικού) , θα τηρούν αρχείο των διαπιστώσεών τους και των μετρήσεών τους και θα παρεμβαίνουν εφόσον αυτό απαιτηθεί από τα αποτελέσματα των ελέγχων τους.

Αν χρησιμοποιείται υδρόψυκτο σύστημα κλιματισμού, τότε θα πρέπει να συντηρούνται όλα τα τεχνητά τμήματα της εγκατάστασης τακτικά και σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή. Οι πύργοι ψύξης θα επιθεωρούνται , θα καθαρίζονται και θα απολυμαίνονται σύμφωνα με το περιοδικό πρόγραμμα, και εκτάκτως θα διενεργείται καθαρισμός και απολύμανση αν τα αποτελέσματα των χημικών και βιολογικών εξετάσεων το επιβάλλουν.

Αν το σύστημα λειτουργεί εποχικά, τότε θα διενεργείται καθαρισμός και απολύμανση μετά το πέρας της περιόδου λειτουργίας, και πριν την έναρξη της νέας περιόδου. Θα ελέγχεται η χλωρίωση του νερού που χρησιμοποιείται ,και θα γίνεται χρήση βιοκτόνων και χημικών ουσιών , ώστε να καθίσταται το νερό αφιλόξενο για μικροοργανισμούς, και να διορθώνονται διάφοροι χημικοί παράγοντες όπως η σκληρότητα αντίστοιχα.

Όσο αφορά τις εγκαταστάσεις κρύου και ζεστού νερού (βρύσες – ντους – σωληνώσεις), το δίκτυο θα πρέπει να επιθεωρείται τακτικά σύμφωνα με το πρόγραμμα περιοδικών ελέγχων ώστε να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν εγκαίρως βλάβες, διαρροές κλπ.

Σε διάφορα τμήματα του δικτύου θα γίνεται χημικός και μικροβιολογικός έλεγχος του νερού για την παρατήρηση των τιμών του υπολειμματικού χλωρίου, της σκληρότητας του νερού, την ύπαρξη παθογόνων μικροοργανισμών πάνω από τα όρια ασφαλείας κλπ.

Το δίκτυο που έχει να χρησιμοποιηθεί πάνω από ένα μήνα θα πρέπει πρώτα να καθαριστεί, στην συνέχεια να απολυμανθεί και έπειτα να δοθεί για χρήση.

Αν σε κάποιο από τα δωμάτια οι βρύσες έχουν να χρησιμοποιηθούν πλέον της μίας εβδομάδας πριν την χρήση τους θα πρέπει να τις αφήσουμε ανοιχτές με μεγάλη ροή και με ζεστό νερό για 10 με 15 λεπτά πριν τις χρησιμοποιήσουμε. Η θερμοκρασία του κρύου νερού σε όλα τα τμήματα του δικτύου θα είναι μικρότερη των 24 βαθμών Κελσίου, ενώ αντιστοίχως του ζεστού νερού θα είναι 50 με 60 βαθμούς Κελσίου, θερμοκρασίες αφιλόξενες για την λεγεωνέλλα.

Οι καταιονηστήρες των ντους θα καθαρίζονται με μηχανικά και χημικά μέσα ώστε να απομακρύνονται τα άλατα που τυχόν έχουν επικαθήσει σε αυτούς.
Έτσι με την επαγρύπνησή μας και τον επαγγελματισμό μας μειώνουμε δραστικά τις πιθανότητες επαφής της δική μας και των συνανθρώπων μας με την λεγεωνέλλα.