Τα θυλάκια του τριχωτού της κεφαλής έχουν ευαισθησία στις αλλαγές των επιπέδων των ορμονών. Οι δυο ορμόνες που επηρεάζουν την ανάπτυξη της τρίχας είναι τα οιστρογόνα και η τεστοστερόνη.

Η αύξηση της τεστοστερόνης προκαλεί την πτώση των τριχών και τα αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της τριχοφυΐας. Στην περίοδο της εγκυμοσύνης τα οιστρογόνα αυξάνονται θεαματικά.

Όμως, μετά τον τοκετό τα επίπεδα των οιστρογόνων πέφτουν απότομα και για αυτό το λόγο συνήθως προκαλείται η τριχόπτωση. Ενώ, δηλαδή, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες χάνουμε 50 έως 100 τρίχες κάθε μέρα, μετά τον τοκετό η απώλεια αυτή διπλασιάζεται ή πολλαπλασιάζεται.

Από δύο έως έξι μήνες αργότερα το πρόβλημα γίνεται εντονότερο. Πιο συγκεκριμένα, κατά την εγκυμοσύνη, οι ορμονικές αλλαγές δεν επιτρέπουν στα μαλλιά να διάγουν τον φυσιολογικό κύκλο της ζωής τους και να πέφτουν με τους φυσιολογικούς ρυθμούς τους.

Αυτό σημαίνει πως, όταν οι ορμόνες επανέλθουν στα φυσιολογικά τους επίπεδα, θα πέσουν όλες οι τρίχες που έπρεπε να είχαν πέσει. Παρόλα αυτά, όταν αντιμετωπίζουμε παθολογικές περιπτώσεις, η τριχόπτωση επιμένει πέρα από το αναμενόμενο και τότε το τριχωτό αδειάζει και η κατάσταση αυτή ονομάζεται επιλόχεια τριχόπτωση.

Oι νέες μητέρες που θηλάζουν αναρωτιούνται αν η απώλεια οφείλεται στον θηλασμό. Ο θηλασμός όμως είναι βέβαιο ότι δεν αποτελεί αιτία της τριχόπτωσης.

Τα αίτια της τριχόπτωσης αρχικά, θα πρέπει να αναζητηθούν σε πιθανά χαμηλά επίπεδα σιδήρου και φερριτίνης ή στην έλλειψη φυλλικού οξέος.

Έπειτα, εάν οι αιματολογικές εξετάσεις δείξουν φυσιολογικά επίπεδα στα παραπάνω, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί η αιτία σε κάποια δυσλειτουργία του θυρεοειδούς (υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός, θυρεοειδίτιδα). Μια άλλη πιθανή αιτία είναι η γυροειδής αλωπεκία η οποία μπορεί να κάνει την εμφάνισή της στην αρχή της εγκυμοσύνης και να συνεχιστεί μετά τον τοκετό. Η γυροειδής αλωπεκία είναι αυτοάνοση ασθένεια των τριχών, που σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα αντιλαμβάνεται τα τριχοθυλάκια ως ξένο σώμα και τα εξοντώνει. Η κλινική εικόνα της γυροειδούς αλωπεκίας είναι οι τελείως απογυμνωμένες περιοχές του τριχωτού σε διαφορετικά σημεία, με τη δερματική περιοχή να παραμένει φυσιολογική. Στη γυροειδή αλωπεκία, η απώλεια των μαλλιών μπορεί να συμβεί ξαφνικά ή να πραγματοποιηθεί σταδιακά. Η κληρονομικότητα είναι ο σημαντικότερος επιβαρυντικός παράγοντας για αυτή την πάθηση.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση πρέπει να ξεκινά άμεσα, πριν χαθεί μεγάλο ποσοστό των μαλλιών. Επειδή η θεραπεία που συστήνεται γίνεται με φαρμακευτικές ουσίες, πρέπει να ολοκληρωθεί ο θηλασμός για να αρχίσουμε να χορηγούμε τη θεραπεία. Αρχικά, ο δερματολογος χορηγεί μια συνταγή για λοσιόν που περιέχει μινοξιδίλη ενώ και η κορτιζόνη, η οποία έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες επιλέγεται συχνά. Ψεκάζουμε με αυτήν το τριχωτό της κεφαλής τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ κατά περίπτωση, επί δύο ή τρεις μήνες. Αφού ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος της θεραπείας ο δερματολόγος κάνει εκτίμηση της περιοχής του τριχωτού, και αναλόγως συστήνει αγωγή για τη συνέχεια.

Αν η τριχόπτωση επιμένει, συστήνει λοσιόν με μινοξιδίλη για μακροπρόθεσμη θεραπεία, αλλά διακόπτεται η κορτιζόνη. Κάποιες φορές συμπληρωματικά ο δερματολόγος συνταγογραφεί και άλλα διαλύματα που περιέχουν ορμονικούς παράγοντες. Για ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της θεραπείας , η αγωγή συνδυάζεται με βιταμινούχα συμπληρώματα από το στόμα που περιέχουν ψευδάργυρο, βιταμίνη Ε, C, σύμπλεγμα Β και κυστίνη. Κατά τη διάρκεια του θηλασμού μίγματα με κυστίνη, βιταμίνες και ιχνοστοιχεία μπορεί να χορηγηθούν.