Tι είναι το φουμαρικό οξύ

Το φουμαρικό οξύ είναι μία χημική ουσία που εντοπίζεται στα μανιτάρια, τα βρύα και τις λειχήνες. Αποτελεί ένα χημικό παράγωγο του κύκλου του κιτρικού οξέος και χρησιμοποιείται από τα κύτταρα για να παραχθεί ενέργεια από τα τρόφιμα, με τη μορφή τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP).

Το ανθρώπινο δέρμα παράγει φυσικά το φουμαρικό οξύ όταν εκτίθεται στο ηλιακό φως.

Πού πρωτοχρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο;

Το φουμαρικό οξύ πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1959 στη Γερμανία από το γερμανό χημικό Schweckendiek για τη θεραπεία της ψωρίασης, μίας δερματολογικής νόσου που πιθανώς προκαλείται από δυσλειτουργία στην παραγωγή του εν λόγω οξέος από το δέρμα.

Χρησιμοποιείται επίσης ως μη τοξικό μέσο όξυνσης των τροφίμων από το 1946 και σπανιότερα ως υποκατάστατο του τρυγικού οξέος.

Ποιος ο φαρμακολογικός μηχανισμός δράσης του;

Το εν λόγω φάρμακο εμφανίζει διπλή δράση, ανοσοτροποποιητική και νευροπροστατευτική. Με βάση κλινικές μελέτες στην ψωρίαση και τη ΣΚΠ, το φουμαρικό οξύ εμφανίζει την ικανότητα να προάγει τον κυτταρικό θάνατο (απόπτωση) των CD4 και CD8 Τ-λεμφοκυττάρων (κύτταρα του ανοσοποιητικού μας συστήματος), που έχουν βασικό ρόλο στο φλεγμονώδη'“καταρράκτη' της ΣΚΠ.

Επιπλέον με βάση μελέτες του ανοσολογικού εργαστηρίου της Νευρολογικής Κλινικής St. Josef του Bochum, το φάρμακο εμφανίζει και νευροπροστατευτική δράση μέσω της ενεργοπoίησης ενός αντιοξειδωτικού παράγοντα του κυττάρου (Nrf2).

Πρακτικά, μετά τη λήψη του φαρμάκου από το στόμα, ακολουθεί η υδρόλυσή του στο μεταβολίτη του (MMF) από ειδικά ένζυμα (εστεράσες). Μετά την πλήρη απορρόφησή του από το λεπτό έντερο, αλληλεπιδρά στην αιματική κυκλοφορία με κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Το φάρμακο μετά την αλληλεπίδραση αυτή μεταβολίζεται περαιτέρω σε άνθρακα και νερό και τελικά αποβάλλεται κυρίως με την αναπνοή και λιγότερο με τα ούρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του είναι περίπου 36ώρες και η υψηλότερη συγκέντρωση στο αίμα μετριέται 5 - 6ώρες μετά τη λήψη από το στόμα.

Ποιες οι έρευνες του φαρμάκου στη ΣΚΠ;

Η πρώτη μελέτη του φουμαρικού οξέος στη ΣΚΠ έγινε το 1996, από τους Schimrigk και συνεργάτες της πανεπιστημιακής νευρολογικής κλινικής St. Josef του Bochum, σε 10 ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα ΣΚΠ. Στη μελέτη αυτή παρατηρήθηκε σημαντική μείωση των ενεργών βλαβών της ΣΚΠ στη μαγνητική τομογραφία, ενώ στη πλειοψηφια των ασθενών παρατηρήθηκε σταθεροποίηση ή βελτίωση των νευρολογικών τους ενοχλημάτων.

Στην πορεία των ετών συνεχίστηκαν οι έρευνες παγκοσμίως σε μεγάλο αριθμό ασθενών με ΣΚΠ, οι οποίες δημοσιεύτηκαν πρόσφατα σε έγκυρα περιοδικά όπως το 'Lancet' και 'New England Journal of Medicine' (έρευνες CONFIRM, DEFINE κ.α.).

Στις μελέτες αυτές παρατηρήθηκε στην ημερήσια δοσολογία των 480mg, μείωση κατά 44-51% των κλινικών υποτροπών, 71-73% των ενεργών εστιών στη μαγνητική τομογραφία και 21% της εξέλιξης της αναπηρίας.

Ποιες οι παρενέργειες του φαρμάκου;

Οι παρενέργειες που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το φάρμακο ήταν οι εξάψεις (flushing, 35%), τα γαστρεντερικά ενοχλήματα όπως η διάρροια (17%), η ναυτία (13%) και οι κοιλιακοί πόνοι (11%). Οι παρενέργειες αυτές παρατηρούνται κυρίως τον πρώτο μήνα θεραπείας και εν συνεχεία υποχωρούν πλήρως στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Το φάρμακο αναμένεται επίσημα στην ευρωπαϊκή αγορά υπό τη μορφή χαπιού, με το όνομα BG12 το 2013. Κατά την άποψη του συγγραφέα, η ανοσοτροποποιητική και νευροπροστατευτική δράση του φουμαρικού οξεός θα το τοποθετήσει, με βάση τα παρόντα βιβλιογραφικά δεδομένα, δίπλα στα έως τώρα ενέσιμα ανοσοτροποιητικά φάρμακα (ιντερφερόνες, copaxone), ως εναλλακτική λύση για τη θεραπεία της υποτροπιάζουσας ΣΚΠ.

Λόγω της πρωτοποριακής νευροπροστατευικής του δράσης ενδέχεται να αποτελέσει, κατά την εμπειρία του υπογράφοντος, θεραπευτική επιλογή και για την πρωτοπαθώς προϊούσα ΣΚΠ. Τα αποτελέσματα αναμένονται με ενδιαφέρον τόσο από τους ασθενείς με ΣΚΠ όσο και από τους ιατρούς για να ικανοποιήσουν τη μεγάλη ανάγκη για νέες, δραστικές και ασφαλείς θεραπευτικές επιλογές από το στόμα.