Γράφει ο Ιωάννης Δατσέρης, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Υαλoειδούς - Αμφιβληστροειδούς

Η Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια είναι η σοβαρότερη επιπλοκή του Σακχαρώδη Διαβήτη στο μάτι, γιατί ευθύνεται για το 20% του συνόλου των τυφλώσεων στις ηλικίες 20 έως 74 ετών.

Η Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια οφείλεται στην προσβολή των μικρών αγγείων και των τριχοειδών του αμφιβληστροειδούς και ως εκ τούτου είναι μια μικροαγγειοπάθεια, η οποία εμφανίζεται στο 50% των ασθενών που πάσχουν από διαβήτη πάνω από 15 χρόνια.

Η μείωση της όρασης οφείλεται στην προσβολή της ωχράς, στο κέντρο του αμφιβληστροειδούς, και είναι η συχνότερη αιτία μείωσης της οπτικής οξύτητας στη Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια, εφόσον το 40% των διαβητικών εμφανίζει προσβολή του κέντρου της ωχράς.

Η Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια οφείλεται στην προοδευτική απόφραξη των τριχοειδών αγγείων, η οποία οδηγεί σε ισχαιμία του αμφιβληστροειδούς χιτώνα και στην αυξημένη διαπερατότητα των τριχοειδών, η οποία δημιουργεί οίδημα στην ωχρά κηλίδα και στον αμφιβληστροειδή αιμορραγίες και εξιδρώματα.

Οι αλλοιώσεις αυτές είναι ορατές και ελέγχονται από τον οφθαλμίατρο με οφθαλμοσκόπηση και με φλουοροαγγειογραφία βυθού, με την οποία διαπιστώνουμε ποια τριχοειδή έχουν προσβληθεί οπότε και εφαρμόζουμε την ανάλογη μορφή φωτοπηξίας με ακτίνες Laser.

Οι αλλοιώσεις αυτές συνιστούν την απλή διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Εάν ο ασθενής δεν ελέγχει ικανοποιητικά τον διαβήτη του, οι αλλοιώσεις εξελίσσονται στη βαρύτερη μορφή προσβολής τού αμφιβληστροειδούς χιτώνα, την παραγωγική μορφή της Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη παθολογικών νεοαγγείων στο βυθό του οφθαλμού.

Η έκταση και η θέση των παθολογικών αυτών νεοαγγείων προσδιορίζει και τη βαρύτητα της προσβολής, η οποία απαιτεί επειγόντως εκτεταμένη φωτοπηξία του αμφιβληστροειδούς με ακτίνες Laser, λόγω του μεγάλου κινδύνου εξέλιξης, εφόσον δεν αντιμετωπισθεί, σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.

H θεραπεία της διαβητικής ωχροπάθειας με ακτίνες Laser, ελαττώνει κατά 50-60% τον κίνδυνο μείωσης της οπτικής οξύτητας και οδηγεί σε βελτίωση στο 40% των περιπτώσεων. Η εκτεταμένη φωτοπηξία αποσκοπεί στην υποστροφή της νεοαγγείωσης και ελαττώνει κατά 50% την πιθανότητα σοβαρής μείωσης της όρασης, όπως απέδειξαν επιστημονικές μελέτες στην Αμερική, την Ευρώπη αλλά και την Ελλάδα.

Αν η φωτοπηξία με Laser δεν αναστείλει την εξέλιξη της Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί μεγάλη αιμορραγία του υαλοειδούς που οδηγεί σε απώλεια της όρασης και η οποία όταν συνδυασθεί και με ελκτική αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς χρειάζεται χειρουργική επέμβαση, τη λεγόμενη Υαλοειδεκτομή, η οποία βελτιώνει κατά 60% την όραση των παλαιότερα θεωρούμενων τυφλών διαβητικών.

Το οίδημα της ωχράς αποτελεί τη συχνότερη αιτία μείωσης της οπτικής οξύτητας και στις δύο μορφές της Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας (μη παραγωγική και παραγωγική μορφή) που αντιμετωπιζόταν παραδοσιακά με Laser φωτοπηξία.

Στις περιπτώσεις που δεν επαρκούσε η φωτοπηξία αντιμετωπίζονταν χειρουργικά, με υαλοειδεκτομή, η οποία προκαλεί βελτίωση της οπτικής οξύτητος στο 50-70% των περιπτώσεων.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα η αντιμετώπιση του διαβητικού οιδήματος πέρασε σε μία νέα θεραπεία την ενδοφθάλμια έγχυση Αντιαγγειογενετικών Ενδοθηλιακών Αυξητικών Παραγόντων (Αnti VEGF).

Τα anti-VEGF αναστέλλουν την ανάπτυξη της παθολογικής νεοαγγείωσης του αμφιβληστροειδούς και μειώνουν την παθολογική διαπερατότητα των τριχοειδών αγγείων του αμφιβληστροειδή, με αποτέλεσμα τη μείωση του οιδήματος της ωχράς και βελτίωση των αιμορραγιών, γεγονός το οποίο βελτιώνει σημαντικά την όραση των ασθενών και καθιστά εφικτή τη δυνατότητα εφαρμογής της Laser φωτοπηξίας όπου χρειάζεται.

Τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών αποδεικνύουν ότι, σε αντίθεση με τη φωτοπηξία με Laser, που συνήθως προσφέρει μόνο σταθεροποίηση της όρασης, τα αντι -VEGF βελτιώνουν την όραση σε >90% των ασθενών, και μάλιστα >60% των ασθενών παρουσιάζει θεαματική βελτίωση.

Αυτό που είναι σημαντικό να τονισθεί είναι, ότι η βελτίωση αυτή είναι άμεση από τις πρώτες χορηγήσεις, και το όφελος στην όραση μπορεί να διατηρηθεί. Η θεραπεία ξεκινάει με μηνιαίες εγχύσεις, και αφού ο ασθενής σταθεροποιηθεί, η θεραπεία μπορεί να διακοπεί.

Η μηνιαία παρακολούθηση όμως από οφθαλμίατρο είναι απαραίτητη, προκειμένου να διαγνωσθεί έγκαιρα τυχόν υποτροπή του διαβητικού οιδήματος.

Ωστόσο παρά τις θεαματικές προόδους της βιοϊατρικής τεχνολογίας, ο σακχαρώδης διαβήτης εξακολουθεί να οδηγεί πολλούς διαβητικούς στην τύφλωση ή σε πολύ σοβαρή μείωση της οπτικής οξύτητος. Αν και εισήλθαμε στον 21ο αιώνα, η ρήση του μεγάλου Έλληνα Ιατρού, του πατέρα της Ιατρικής του Κώου Ιπποκράτη ότι ‘το προλαμβάνειν μείζον εστί του θεραπεύειν’, εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση της πρόληψης της τύφλωσης από τη ΔΑ.

Όλοι οι τύπου 1 διαβητικοί, μετά τα 5 έτη από τη διάγνωση, πρέπει κάθε χρόνο να υποβάλλονται σε προληπτικό οφθαλμολογικό έλεγχο, ενώ οι τύπου 2 διαβητικοί πρέπει να υποβάλλονται κάθε χρόνο σε προληπτικό οφθαλμολογικό έλεγχο από την πρώτη ημέρα διάγνωσης της νόσου, διότι σε ένα ποσοστό 20% αυτών υπάρχουν ήδη βλάβες στον αμφιβληστροειδή από την πρώτη ημέρα της διάγνωσης.

Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της ΔΑ έχει καλύτερα αποτελέσματα ως προς τη διατήρηση της χρήσιμης οπτικής οξύτητας σε όλες τις μορφές της.