Οι πόνοι στον αυχένα είναι συχνοί στην εποχή μας και σε πολλές περιπτώσεις με ιδιαίτερα δυσάρεστες επιπτώσεις. Στις περιπτώσεις που η αιτία είναι δισκοκήλη η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με την τοποθέτηση τεχνητού αυχενικού δίσκου.

Πότε, όμως, ενδείκνυται αυτή η επέμβαση και ποια είναι τα πλεονεκτήματά της;

Η αυχεναλγία με πόνο στον ώμο ή στο χέρι είναι μία από τις πιο συχνές αιτίες για να επισκεφθεί κάποιος ένα ιατρείο σπονδυλικής στήλης.

Τα συμπτώματα από τα άνω άκρα, πέραν του πόνου, μπορεί να συμπεριλαμβάνουν και μείωση της αίσθησης της αφής και, σε προχωρημένο στάδιο, ακόμη και μείωση της δύναμης των δακτύλων ή και ολόκληρου του χεριού.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων αιτία των συμπτωμάτων είναι η πίεση και ο ερεθισμός των νεύρων που εκφύονται από το νωτιαίο μυελό στην περιοχή του αυχένα από μία δισκοκήλη, η οποία είναι αποτέλεσμα της εκφύλισης ενός αυχενικού δίσκου.

Η φθορά των μεσοσπονδυλίων δίσκων και η συνεπαγόμενη πίεση που ασκείται στις παρακείμενες νευρικές δομές αντιμετωπίζεται -όταν είναι χρόνια, έντονη, ή δημιουργεί νευρολογικό έλλειμμα- με αφαίρεση του εκφυλισμένου δίσκου και κυρίως του τεμαχίου το οποίο πιέζει το νεύρο.

Το εμφύτευμα

Ο τεχνητός αυχενικός δίσκος είναι ένα εμφύτευμα που τοποθετείται μεταξύ δύο αυχενικών σπονδύλων μετά τη χειρουργική αφαίρεση ενός μεσοσπονδυλίου δίσκου στον αυχένα. Σκοπό έχει την αποφυγή της στένωσης των τρημάτων απ’ όπου εξέρχονται τα νεύρα στον αυχένα, τα οποία τείνουν να μικραίνουν μετά την αφαίρεση του μεσοσπονδυλίου δίσκου, με ταυτόχρονη διατήρηση της κινητικότητας της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης.

Οι τεχνητοί αυχενικοί δίσκοι μιμούνται τη συμπεριφορά των φυσικών αυχενικών δίσκων, οι οποίοι, εκτός από αποσβεστήρες κραδασμών, αποτελούν και μέρος της άρθρωσης μεταξύ δύο σπονδύλων.

Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου αυτής, η οποία εφαρμόζεται από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990, εξακολουθούν να αξιολογούνται σε μεγάλες κλινικές μελέτες, κυρίως σε σύγκριση με την αυχενική σπονδυλοδεσία, στην οποία οι σπόνδυλοι άνωθεν και κάτωθεν του δίσκου που αφαιρείται ενώνονται με οστικό μόσχευμα, με κλωβό από τιτάνιο, πλάκα και βίδες ή με συνδυασμό των παραπάνω.

Η μέθοδος αυτή συνεπάγεται την ακινητοποίηση του διαστήματος και σε μερικούς ασθενείς έχει ενοχοποιηθεί για τη δημιουργία εκφυλιστικών αλλοιώσεων στον υπερκείμενο μεσοσπονδύλιο δίσκο μετά την πάροδο ετών από την επέμβαση.

Τα πλεονεκτήματα

Τα σημεία στα οποία ο τεχνητός αυχενικός δίσκος φαίνεται να πλεονεκτεί είναι η απουσία ανάγκης να ακινητοποιήσουμε τον αυχένα με αυχενικό κηδεμόνα (κολάρο) μετά την επέμβαση, με επακόλουθο τη συντομότερη κινητοποίηση και επιστροφή του ασθενούς στις συνήθεις δραστηριότητές του, καθώς και τη μακροπρόθεσμη διατήρηση της φυσικής κινητικότητας του αυχένα.

Για την τοποθέτησή τους απαιτείται συνήθως νοσηλεία μόνο μιας ημέρας.

Υπάρχουν σήμερα αρκετά είδη τεχνητών δίσκων, οι οποίοι, παρότι έχουν τον ίδιο σκοπό, έχουν διαφορετικό σχεδιασμό και αποτελούνται από διαφορετικά υλικά (μέταλλο, συνήθως τιτάνιο, ή μέταλλο σε συνδυασμό με πλαστικό πολυμερές, όπως η πολυουρεθάνη και το πολυεθυλένιο).

Τα εμφυτεύματα είναι μόνιμα, έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής και δεν απαιτούν τη χρήση οστικού μοσχεύματος για να ενσωματωθούν στους σπονδύλους. Η τοποθέτησή τους από έμπειρους -στη μέθοδο αυτή- χειρουργούς δεν απαιτεί περισσότερο χειρουργικό χρόνο σε σύγκριση με τη σπονδυλοδεσία.

Οι ασθενείς για τους οποίους κρίνεται καταλληλότερη λύση η τοποθέτηση τεχνητού αυχενικού δίσκου είναι αυτοί με κήλες μεσοσπονδυλίων δίσκων με χρόνιο -πέραν των 6 εβδομάδων- άλγος, ή παρουσία νευρολογικού ελλείμματος και απουσία εκσεσημασμένης αστάθειας ή συνοστέωσης στο επίπεδο του αυχένα που πρόκειται να χειρουργηθεί, όπως έπειτα από ορισμένες περιπτώσεις μακροχρόνιας εκφύλισης του δίσκου.

Αν και χρειάζονται περισσότερες και, κυρίως, πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές μελέτες για ν' αξιολογηθεί η υπεροχή του τεχνητού αυχενικού δίσκου σε σύγκριση με τη σπονδυλοδεσία, όσον αφορά στην εξέλιξη της εκφυλιστικής νόσου στον αυχένα, έχει αποδειχθεί ότι είναι μια ασφαλής και καλά ανεκτή από τους ασθενείς επέμβαση, με ελάχιστο χρόνο ανάρρωσης, ενώ μετεγχειρητικά προσφέρει εξαιρετική ποιότητα ζωής.

Πηγές: Ιωάννης Αντωνιάδης, Νευροχειρουργός, Επιμελητής Νευροχειρουργικής Κλινικής, Παναγιώτης Νομικός, Νευροχειρουργός, Αναπληρωτής Διευθυντής Νευροχειρουργικής Κλινικής και Τμήματος Gamma Knife.