Το Οζώδες Ερύθημα είναι μια ανοσολογική πάθηση που προκαλεί φλεγμονή του υποδόριου λίπους του δέρματος. Εκδηλώνεται συνήθως με την εμφάνιση σκληρών, επώδυνων και ερυθρών οζιδίων στην πρόσθια επιφάνεια των κνημών, μεγέθους 1-5 εκατοστών, τα οποία συνοδεύονται από γενικά συμπτώματα όπως κακουχία, πυρετό και αρθραλγίες.

Η διάρκεια της νόσου δεν ξεπερνά τις 6 εβδομάδες και υποχωρεί από μόνη της χωρίς να δημιουργεί μόνιμες βλάβες στο δέρμα. Προσβάλλει συνήθως νέες γυναίκες 18 έως 35 ετών.

Από πλευρά αιτιολογίας μπορεί να διαχωριστεί στο ιδιοπαθές οζώδες ερύθημα, στο οποίο συνήθως δεν ανευρίσκεται κάποιο συγκεκριμένο αίτιο και αποτελεί το 30-50% περίπου των περιπτώσεων και στο δευτεροπαθές οζώδες ερύθημα που έχει πολλά και διαφορετικά αίτια.

Τα πιο συχνά είναι τα παρακάτω:

  • Στρεπτοκοκκική λοίμωξη του ρινοφάρυγγα
  • Παρενέργεια κάποιων φαρμάκων, όπως σουλφοναμιδών, αντισυλληπτικών, οιστρογόνων και άλλων
  • Εγκυμοσύνη (ιδιαίτερα στο 2ο τρίμηνο)
  • Μυκητιάσεις και τέλος
  • μπορεί να εμφανισθεί σαν δερματική εκδήλωση κάποιων σπανίων παθήσεων όπως Φυματίωση, Σαρκοείδωση, Λέμφωμα, νόσος του Behcet, παθήσεων του εντέρου (Ελκώδης κολίτις, νόσος του Crohn, εντεροκολίτιδα από Yersinia) και άλλων.

Η διάγνωση συνήθως είναι απλή, διότι το ιστορικό σε συνδυασμό με το δερματικό εξάνθημα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Οι εξετάσεις αίματος, η ακτινογραφία θώρακος και η δερμοαντίδραση Mantoux γίνονται κυρίως για να αποκλεισθεί κάποιο από τα αίτια που προαναφέραμε.

Σπάνια θα χρειασθεί η βοήθεια της βιοψίας του δέρματος.

Η θεραπεία στο ιδιοπαθές οζώδες ερύθημα είναι συμπτωματική, δηλαδή κατάκλιση με τα πόδια σε υψηλότερη θέση από το σώμα, κρύες κομπρέσες στις περιοχές των βλαβών και σε επώδυνες περιπτώσεις με έντονα συμπτώματα μπορεί να χορηγήσουμε κάποιο αντιφλεγμονώδες μη στεροειδές φάρμακο, κολχικίνη ή ακόμη και κορτιζόνη από του στόματος.

Σε οζώδες ερύθημα που έχει ανευρεθεί κάποιο αίτιο (δευτεροπαθές), η θεραπεία εστιάζεται στην αρχική (πρωτοπαθή) νόσο που το προκάλεσε.