Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι η δεύτερη πιο συχνή νεοπλασία του ουρογεννητικού συστήματος. Παγκοσμίως συμβάλλει σε 250.000 νέες διαγνώσεις καρκίνου κύστεως και οδηγεί σε 120.000 θανάτους ετησίως. Η αναλογία ανδρών γυναικών είναι 3:1.

Το καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο καλύπτει το 90% όλων των καρκίνων της ουροδόχου κύστεως. Άλλοι ιστολογικοί τύποι περιλαμβάνουν το αδενοκαρκίνωμα, το πλακώδες καρκίνωμα και το καρκίνωμα του ουραχού. Στην κύστη μπορούν επίσης να αναπτυχθούν όγκοι που δεν προέρχονται από το ουροθήλιο, όπως το μικροκυτταρικό καρκίνωμα, το λέμφωμα, το λειομυοσάρκωμα, το φαιοχρωμοκύττωμα, το καρκινοσάρκωμα και οι μεταστατικοί όγκοι.

Οι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τον καρκίνο της κύστεως από μεταβατικό επιθήλιο περιλαμβάνουν την ηλικία (μέγιστη συχνότητα εμφάνισης στην 7η δεκαετία), η επαγγελματική έκθεση σε χρωστικές ανιλίνης και αρωματικές αμίνες, το κάπνισμα (τετραπλασιάζει τον κίνδυνο), η κατάχρηση φαινακετίνης και η θεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη.

Το καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο μπορεί να εμφανίζεται ως επιφανειακός, καλά διαφοροποιημένος θηλωματώδης όγκος ή ως έντονα διεισδυτικό, με μικρή μόνο διαφοροποίηση νεόπλασμα, όπως επίσης με ευρύ φάσμα μεταξύ αυτών των χαρακτηριστικών.

Παρόλο που δεν υπάρχει κοινά αποδεκτό σύστημα διαφοροποίησης, ιστολογικά τα περισσότερα καρκινώματα από μεταβατικό επιθήλιο βασίζονται στο βαθμό της κυτταρικής αναπλασίας. Το φυσιολογικό ουροθήλιο έχει ομαλή ανάπτυξη των κυτταρικών σειρών με ωριμότητα των κυττάρων και πολικότητα μεταξύ αυτών.

Το καρκίνωμα εμφανίζει διαταραχή αυτής της αρχιτεκτονικής και ταξινομείται ανάλογα. Συνήθως το διακρίνουμε σε καλά, μετρίως και φτωχά διαφοροποιημένο καρκίνωμα που αντιστοιχεί σε όγκο χαμηλού, μετρίου και υψηλού βαθμού κακοήθειας.

Οι κακοήθειες που είναι επιφανειακές ( περίπου το 70-75% όλων των καρκινωμάτων από μεταβατικό επιθήλιο) , είτε διηθούν μόνο τα πλέον επιφανειακά μυικά στρώματα της κύστης, ανταποκρίνονται καλά στην ενδοσκοπική θεραπεία. Παρόλα αυτά αρκετοί ασθενείς εμφανίζουν, ανάλογα με το μέγεθος του όγκου, το βαθμό κακοήθειάς του, την εστιακότητα του, την πλοειδικότητά του και άλλους παράγοντες, αρκετές υποτροπές στο χρόνο, στην ίδια είτε και σε άλλη θέση της κύστης.

Περίπου 10-15% των μη διηθητικών όγκων, ιδιαίτερα αυτών με υψηλό βαθμό κακοήθειας και βεβαιωμένη διήθηση της βασικής μεμβράνης, τελικά διηθεί το μυικό χιτώνα της κύστης. Οι διηθητικοί όγκοι κατά την στιγμή της διάγνωσης έχουν κατά ένα 50% ήδη υποκλινικές μεταστάσεις και αρκετά κακή πρόγνωση.

Χωρίς θεραπεία, καταλήγουν στο θάνατο μέσα σε μια διετία. Η ύπαρξη δεικτών στα ούρα βοηθά στη διάγνωση του καρκίνου από μεταβατικό επιθήλιο. Το αντιγόνο του όγκου της κύστης (BTA bladder tumor antigen) ανιχνεύει ουσίες που εκκρίνονται από το εξωκυττάριο στρώμα όταν υπάρχει καρκίνος της κύστης.

Δυστυχώς το BTA δεν έχει σημαντική ευαισθησία στο να ανιχνεύει χαμηλού βαθμού κακοήθειας όγκους. Το NMP22 παράγεται από τη μιτωτική πρωτεινική μηχανή της πυρηνικής ουσίας των κυττάρων. Η ευαισθησία του NMP22 στην ανίχνευση του χαμηλού βαθμού κακοήθειας όγκων είναι μεγαλύτερη από αυτή του BTA ή της κυτταρολογικής των ούρων, περίπου 70%.

Η τελομεράνη είναι ένζυμο (ριβονωματική πρωτείνη) υπεύθυνη για την παραγωγή των αλληλουχιών του DNA που προστατεύουν τα άκρα των χρωμοσωμάτων από μεταλλάξεις κατά τον αναδιπλασιασμό τους. Η συνολική ευαισθησία της στην ανίχνευση όγκων του ουροθηλίου είναι 80%.

Το πιο συχνό σύμπτωμα με το οποίο εμφανίζεται ο καρκίνος της κύστης είναι η ανώδυνη αιματουρία, ιδιαίτερα στους μη διηθητικούς όγκους. Οι διηθητικοί όγκοι συχνά προκαλούν ερεθιστικού τύπου συμπτώματα όπως συχνουρία, δυσουρία και έπειξη προς ούρηση.

Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν οσφυικό πόνο λόγω απόφραξης του ουρητήρα, πυελική μάζα ή συμπτώματα μεταστατικής νόσου. Οι επιφανειακές και πρώιμες βλάβες μπορούν να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά με διουρηθρική εκτομή, αλλά η επίπτωση υποτροπής είναι μεγάλη.

Στους όγκους χαμηλής κακοήθειας, η ανά τακτά διαστήματα κυστεοσκόπηση με επανάληψη της εκτομής ή καυτηριασμό είναι συνήθως αρκετή. Οι όγκοι που διηθούν βαθιά το τοίχωμα της κύστης συνήθως θεραπεύονται με ριζική κυστεκτομή, οπότε και απαιτείται παράλληλη εκτροπή της ροής των ούρων.

Η ακτινοθεραπεία από μόνη της μπορεί να έχει αποτελέσματα σε ορισμένες περιπτώσεις. Η συστηματική χημειοθεραπεία μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματική. Ορισμένοι κατ' επιλογή επιφανειακοί όγκοι μπορούν να αντιμετωπιστούν με επανειλημμένες εγχύσεις στην κύστη χημειοθεραπευτικών παραγόντων, όπως είναι η θειοτέπα, η μιτομυκίνη C και η δοξορουβικίνη.

Η θεραπεία με εγχύσεις BCG (Bacille Calmette-Guerin) έχει αποδειχθεί επίσης πολύ αποτελεσματική για τον έλεγχο επιφανειακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του BCG είναι τα τοπικά ερεθιστικά κυστικά ενοχλήματα.

Συχνά είναι ακόμη τα ήπια συστηματικά ενοχλήματα με δεκατική πυρετική κίνηση και μυαλγίες. Όταν υπάρξει υψηλός και επίμονος πυρετός για περισσότερο από 24 ώρες έως 48 ώρες και/ή σοβαρά συστηματικά ενοχλήματα, συνιστάται η αντιφυματική θεραπεία.

Η ακριβής επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης, η δοσολογία και τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση, σε συνδυασμό πάντοτε με το ιατρικό ιστορικό, την βιολογική κατάσταση και τις προσωπικές επιλογές του ασθενούς.