Σκοπός του άρθρου είναι να θίξει σε γενικές γραμμές τα προβλήματα που βιώνει το σύγχρονο σχολείο, να επισημάνει τον πραγματικό του σκοπό αλλά και να τονίσει τον πολυδιάστατο και συνάμα αναγκαίο ρόλο του κοινωνιολόγου στη εκπαίδευση.

Το σχολείο, με τη γενικότερη έννοια της παιδείας, είναι ένα σύστημα που αντανακλά το πολιτιστικό επίπεδο ενός τόπου. Αποτελεί ένα από τους πιο σημαντικούς θεσμούς κοινωνικοποίησης. Όλα τα πολιτισμένα έθνη επιθυμούν την επαγγελματική και γενική μόρφωση των πολιτών τους και αναγνωρίζουν την ανάγκη στήριξης και ενίσχυσης του σχολείου.

H καλλιέργεια του νου θεωρείται σήμερα τόσο απαραίτητη όσο και η τροφή για το σώμα. Σκοπός του σχολείου είναι να προάγει τον πολιτισμό. Για την κατανόηση και τη μετάδοση του πολιτισμού μας από τη μια γενιά στην άλλη, το σπουδαιότερο και αποτελεσματικότερο μέσο είναι το σχολείο.

Όμως ο σημερινός πολιτισμός διέρχεται μια κρίση αξιών, η κρίση αυτή είναι αυτονόητο ότι περνά και στο σχολείο.. Το σημερινό σχολείο δυστυχώς συμβάλλει στην εκμάθηση, όχι όμως στη μάθηση. Ελάχιστα καλλιεργείται η κριτική σκέψη, η ευαισθησία και η φαντασία του μαθητή.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μετατρέπεται ο μαθητής σε άβουλο ον. Δημιουργούνται, έτσι, άτομα με γνώση, χωρίς όμως γνώμη, άτομα που δεν προβληματίζονται, δεν έχουν πνευματικές ανησυχίες και ενδιαφέροντα και γι’ αυτό το λόγο δεν σκέπτονται, δεν κρίνουν, αλλά ούτε και θέλουν να κρίνονται.

Το σημερινό σχολείο δεν αρέσει στους μαθητές. Οι γονείς δεν το εμπιστεύονται και οι καθηγητές δεν εμπνέονται απ’ αυτό. Αποτελεί ένα απαρχαιωμένο σχολείο το οποίο βρίσκεται έξω από την σύγχρονη πραγματικότητα. Το πραγματικό σχολείο πρέπει να ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή να είναι ελκυστικό στους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς.

Στόχος του είναι η ολοκληρωμένη γενική μόρφωση των μαθητών αλλά και η καλλιέργεια της προσωπικότητάς τους. Το σχολείο πρέπει να αναπτύσσει την κριτική σκέψη και τον κοινωνικό προβληματισμό, τη συμμετοχή και την αλληλεγγύη των μαθητών.

Να σέβεται τη διαφορετικότητα, να συνδέει τον άνθρωπο με την κοινωνία και το περιβάλλον, με γενικό σκοπό τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πολίτη ο οποίος θα μπορεί να συμμετέχει στο ‘κοινωνικό γίγνεσθαι’. Σε αυτό το σχολείο η γνώση θα κατακτάται μέσα από τον προβληματισμό και την κατανόηση, την ενεργό συμμετοχή των μαθητών με τη μέθοδο της έρευνας, τη διαρκή επικοινωνία μαθητών καθηγητών, τη συμμετοχή του σχολείου στην κοινωνία-κοινότητα και τη συμμετοχή της κοινωνίας στο σχολείο.Σε αυτό το σχολείο, η κοινωνιολογία είχε σημαντική θέση στα ωρολόγια και τα αναλυτικά προγράμματα.

Σκοπός της κοινωνιολογίας είναι να μελετήσει, να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τα σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα και συνάμα να εξηγήσει τα βαθύτερα αίτια πού βρίσκονται πίσω από την κοινωνική συμπεριφορά, τη συγκρότηση, εξέλιξη και μετασχηματισμό των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ο μαθητής μπορεί να γίνει γνώστης των αλλαγών που συντελούνται και να αποκτήσει πλήρη συναίσθηση της κοινωνικής πραγματικότητας στη οποία ζει.

Ωστόσο, πέρα από τα προβλήματα ‘γνωστικού’ περιεχομένου στο σχολείο, προκύπτουν και άλλα θέματα. Το σχολείο ως πολυδιάστατο σύστημα απασχολεί ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους οι οποίοι πρέπει να συνεργαστούν είτε είναι καθηγητές, είτε μαθητές, είτε γονείς.

Όπως είναι λογικό, συχνά εμφανίζονται προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση η οποία επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Για να λυθούν αυτά τα προβλήματα τόσο μεταξύ καθηγητών όσο και μαθητών αλλά και γονιών πρέπει να υπάρχουν κάποιοι ειδικοί οι οποίοι με τις γνώσεις τους να μπορούν να βοηθήσουν στην εξάλειψη τέτοιων περιστατικών.

Με βάση τα κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα των κοινωνιολόγων, (Π.Δ. 159, Φ.Ε.Κ. 199/1.10.2009, τ. 1), ο ρόλος των κοινωνιολόγων στην εκπαίδευση πέρα από διδακτικός είναι ερευνητικός αλλά και συμβουλευτικός. Οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της κοινωνιολογικής έρευνας μπορούν να οργανώσουν έρευνες στα σχολεία για διάφορα θέματα όπως τα αίτια της σχολικής αποτυχίας, η παιδική παραβατικότητα, η βία και γενικότερα ζητήματα που προβληματίζουν το σχολικό βίο.

Τα αποτελέσματα των ερευνών θα χρησιμοποιούνται για την ανάδειξη και την επίλυση των προβλημάτων της εκπαίδευσης. Επίσης, οι κοινωνιολόγοι μπορούν να στελεχώσουν τα σχολεία ‘ ως κοινωνιολόγοι σύμβουλοι, με αντικείμενο την εποπτεία, την έρευνα, την ανάλυση και την επίλυση προβλημάτων των σχέσεων εκπαιδευτικής κοινότητας και κοινωνίας, εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων και των εκπαιδευόμενων μεταξύ τους’, (Π.Δ.

159 άρθρο 1, παρ. ι΄). Συγκεκριμένα, ο κοινωνιολόγος χρησιμοποιώντας μεθόδους της επιστήμης του (συνεντεύξεις, παρατήρηση κτλ) μπορεί να εντοπίσει προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις των μαθητών μεταξύ τους αλλά και προβλήματα μεταξύ καθηγητών και μαθητών.

Σκοπός του είναι να αναδείξει τα προβλήματα των μεταξύ τους σχέσεων και να συμβάλει στην επίλυσή τους έτσι ώστε να μειωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, δυσλειτουργικές συμπεριφορές οι οποίες παρεμποδίζουν την ομαλή διεξαγωγή της σχολικής διαδικασίας.

Δυσάρεστα περιστατικά που ακούμε κατά καιρούς από τα ΜΜΕ όπως περιπτώσεις παιδεραστίας, προβλήματα βίας μεταξύ των μαθητών και πολλά άλλα προβλήματα τα οποία επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την ομαλή ψυχοκοινωνική εξέλιξη των παιδιών, μπορούν να προβλεφθούν και να αντιμετωπιστούν αν υπάρχουν ειδικοί επιστήμονες οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν με τη γνώση τους στην ανίχνευση και αντιμετώπιση τέτοιων συμβάντων.

Επιπλέον, ο κοινωνιολόγος-συμβουλος μπορεί να εντοπίσει πιθανά προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ σχολείου και κοινωνίας. Για να πετύχει στο μέγιστο η σχολική διαδικασία, πρέπει να υπάρχει συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ σχολείου και κοινωνίας.

Το σχολείο αποτελεί κομμάτι της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι σχολείο και κοινωνία αλληλεπιδρούν. Αυτή η αλληλεπίδραση επηρεάζει και τα δύο συστήματα με αποτέλεσμα να εμφανίζονται διάφορα προβλήματα. Ο κοινωνιολόγος-συμβουλος μπορεί να γίνει ο διαμεσολαβητής και να βοηθήσει να ξεπεραστούν τα μεταξύ τους προβλήματα με σκοπό τη δημιουργική συνεργασία γονέων και σχολείου.

Στα πλαίσια του σχολικού βίου, οι κοινωνιολόγοι-σύμβουλοι μπορούν να οργανώνουν ‘Σχολές γονέων’ με σκοπό την ενημέρωση των γονιών για οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι μαθητές-παιδιά τους αλλά και θέματα που σχετίζονται με τη σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών.

Παρόλα αυτά, ο ερευνητικός και συμβουλευτικός ρόλος των κοινωνιολόγων ακόμα δεν έχει αναπτυχθεί στην Ελλάδα αν και προβλέπεται από τον σχετικό νόμο(!).

Πηγές: · Προτάσεις Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων για την Εκπαίδευση · Mεγάλη Παιδαγωγική Eγκυκλοπαίδεια - Eλληνικά Γράμματα - Herder, Aθήνα 1968, τόμος 5ος · ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ Α.(1985), «κοινωνιολογία της εκπαίδευσης», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα