Η αναπτυξιακή δυσπλασία του ισχίου (ΑΔΙ) είναι μια πάθηση που συναντάται σχετικά συχνά και το ποσοστό της ανέρχεται σε 20-30 σε κάθε χίλια νεογνά. Ιδιαίτερα στην πατρίδα μας και σε κλειστούς πληθυσμούς της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και της Κρήτης είναι περισσότερο συχνή και δυστυχώς η παλαιά προκατάληψη με το «φάσκιωμα» των νεογνών προκάλεσε μεγάλα προβλήματα, ακόμα και αναπηρία σε αρκετά παιδιά.

Το ίδιο παρατηρήθηκε και σε άλλους λαούς της Ευρώπης, όπως της βαλκανικής χερσονήσου, των σκανδιναβικών χωρών κ.α., και από τη δεκαετία του 1960 ετέθη το θέμα της πρώιμης διάγνωσης της πάθησης, με τη συστηματική εξέταση των νεογνών στα μαιευτήρια, αμέσως μετά τη γέννηση.

Η ΑΔΙ είναι μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από ελαττωματική κατασκευή της άρθρωσης του ισχίου κατά το σχηματισμό του εμβρύου στη μήτρα και προκαλείται από άγνωστη μέχρι σήμερα αιτία. Πολλοί παράγοντες ενοχοποιούνται για την πρόκληση αυτής της παθολογικής κατάστασης, όπως η ισχιακή προβολή κατά τη γέννηση, η ύπαρξη κληρονομικού ιστορικού, η χρήση του «φασκιώματος» στη βρεφική ζωή κ.λπ.

Η διάγνωση

Στη θεραπεία της πάθησης (ΑΔΙ) κατέχει κεφαλαιώδη σημασία η πρώιμη διάγνωση (όσο πιο νωρίς μετά γέννηση), διότι η θεραπεία στην περίπτωση αυτή γίνεται με απλά μέσα και με άριστο αποτέλεσμα. Αν η διάγνωση και ως εκ τούτου η θεραπεία καθυστερήσει πέραν των 3-4 μηνών μετά τη γέννηση, τότε το αναμενόμενο θεραπευτικό αποτέλεσμα συχνά δεν είναι το αναμενόμενο.

Σε πολλές περιπτώσεις με καθυστέρηση στη διάγνωση, απαιτούνται χειρουργικές επεμβάσεις και χρονοβόρες φυσικοθεραπευτικές παρεμβάσεις, που ταλαιπωρούν τόσο το νεογέννητο όσο και την ίδια την οικογένεια.

Δυστυχώς, στην κλινική εξέταση που γίνεται σε όλα τα νεογνά κατά τη γέννηση, είναι δυνατόν πολλές φορές να διαφύγει η πάθηση από τη διάγνωση με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της έναρξης θεραπείας.

Η υπερηχογραφική εξέταση αποτελεί από τη δεκαετία του 1980 την πιο αξιόπιστη μέθοδο για την απεικόνιση του νεογνικού ισχίου και δίνει τη δυνατότητα της πρώιμης διάγνωσης, αλλά και της πρόγνωσης. Πρόκειται για μέθοδο αξιόπιστη, χαμηλού κόστους, ακίνδυνη, που δίνει τη δυνατότητα της επανάληψης χωρίς κανέναν περιορισμό και μειώνει θεαματικά τις περιπτώσεις νεογνών με καθυστέρηση στη διάγνωση.

Πηγές: Δρ Αναστάσιος Δάρας, Ορθοπαιδικός, Χειρουργός, Επιστ. Συνεργάτης ΛΗΤΩ.