Η συσχέτιση της κακοποίησης ζώων από παιδιά με την παιδική επιθετικότητα έχει μελετηθεί εκτεταμένα (Heather et al. 2003). Είναι ερευνητικά διαπιστωμένη η σύνδεση μεταξύ της έκθεσης σε βία στην οικογένεια και της κακοποίησης ζώων από παιδιά, παρότι τα ίδια τα παιδιά δεν αναγνωρίζουν πάντα αυτή τη σύνδεση.

Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι παιδιά που εθίζονται να κακοποιούν ζώα, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να κακοποιήσουν αργότερα ευάλωτα άτομα, όπως άλλα, μικρότερα παιδιά ή ηλικιωμένους.

Αντίστροφα, παιδιά που μαθαίνουν να φροντίζουν τα ζώα, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αναπτύξουν συμπόνια κι ενσυναίσθηση προς άλλα άτομα. Αυτό που έχει λιγότερο ερευνηθεί είναι η συχνότητα με την οποία παιδιά κακοποιούν και βασανίζουν ζώα, όχι απαραίτητα λόγω βίαιων βιώματων, αλλά απλώς «για πλάκα»….

Όποιος εκπαιδευτικός εγείρει στην τάξη το θέμα της κακοποίησης ζώων από παιδιά, θα παρατηρήσει αμέσως την πλειοψηφία της τάξης να σηκώνει κατεπειγόντως το χέρι και να έχει ανάγκη να μιλήσει, είτε για κάτι που έκανε, είτε για κάτι που παρατήρησε άλλα παιδιά (ή ενήλικες) να κάνουν. Αυτή η μορφή της βίας είναι δυστυχώς εξαιρετικά διαδεδομένη, αλλά ελάχιστα έχει συζητηθεί, καθώς: 1) θεωρούμε ότι η κακοποίηση των ζώων δεν «μετράει», 2) «μετράει» ακόμη λιγότερο όταν την διαπράττουν τα αθώα βλαστάρια μας...

Και οι δύο παραδοχές είναι βεβαίως αβάσιμες. Τα παιδιά ενδεχομένως επηρεάζονται από την απαξίωση των ενηλίκων προς τα ζώα και λόγω άγνοιας, περιέργειας, κακής νοοτροπίας ενίοτε πειραματίζονται με το βασανισμό τους. Αυτό δημιουργεί μεγάλες ενοχές στο παιδί, που έχει ανάγκη να μιλήσει, αλλά και να καθοδηγηθεί σχετικά με το πώς να συμπεριφερθεί στα ζώα.

Η κακοποίηση των ζώων ορίζεται ως «η εμπρόθετη πρόκληση μη απαραίτητου πόνου, οδύνης, αγωνίας και / ή θανάτου ενός ζώου» (Ascione, 2001). Στην κοινωνία μας συχνά γίνεται αποδεκτή η αριστοτελική ιεραρχία των έμβιων όντων σχετικά με τη σημασία της ζωής τους, π.χ. έντομο< ψάρι< βατράχι< κουνέλι< γάτα και σκύλος<άλογο. Είναι σημαντικό να θυμίσουμε στα παιδιά ότι αυτή η ιεράρχηση είναι κατά κάποιο τρόπο αυθαίρετη και ανθρωποκεντρική (δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς βιώνει η μέλισσα το σωματικό πόνο του ξεριζώματος των φτερών της), αλλά επίσης, δεν γίνεται πάντα σεβαστή (π.χ. παρά την υψηλή θέση τους στην ιεραρχία, οι σκύλοι και τα άλογα πέφτουν συχνά θύματα στυγνής κακοποίησης).

Επίσης, ας υπενθυμίσουμε στα παιδιά ότι η ανθρωπότητα προοδεύει όσον αφορά τις προσεγγίσεις και τις αξίες της σε σχέση με το σεβασμό στη ζωή. Πριν έναν αιώνα, η παιδική κακοποίηση, όπως και η παιδική δουλεία, θεωρούνταν κοινωνικά αποδεκτές. Σήμερα -παρότι συνεχίζουν να υφίστανται- θεωρούνται ξεκάθαρα καταδικαστέες. Ίσως σε μερικά χρόνια, οι μελλοντικοί άνθρωποι να φρίττουν στην ιδέα ότι επιτρεπόταν π.χ. να αφήνουμε σκυλιά να λιμοκτονούν στους δρόμους, όταν στο δυτικό κόσμο πετάμε το 1/3 του φαγητού που παράγουμε.

Το φαινόμενο της κακοποίησης ζώων από παιδιά είναι πολυπαραγοντικό και πολύπλοκο, αλλά πρωταρχικής σημασίας παράγοντας αποτελεί η απαξίωση με την οποία οι ενήλικες μιλούν για τα ζώα ή συμπεριφέρονται στα ζώα. Τα παιδιά μαθαίνουν να φοβούνται και να απεχθάνονται τα «βρώμικα» ζώα, που «έχουν αρρώστιες» και θα τα «δαγκώσουν».

Μπροστά σε όλες αυτές τις συχνά φαντασιωσικές απειλές, θεωρούν δικαίωμά τους να εκδικηθούν το ζώο, πετώντας του π.χ. πέτρες ή αφήνοντάς το να πεθάνει από πείνα και δίψα. Μια σωστή συζήτηση για τα ζώα βοηθά πολύ τα παιδιά. Απορροφούν οποιαδήποτε πληροφορία σαν σφουγγάρια, γιατί τα ζώα είναι πολύ σημαντικά στην ψυχή των παιδιών (αντιθέτως με τους ενήλικες που συχνά έχουν αποκοπεί από τη φύση και την αθωότητα που εκφράζεται μέσα από το ζωικό βασίλειο).

Αντίστροφα, όταν η σχέση παιδιού και ζώου θεραπεύεται, το παιδί νιώθει μεγάλη ανακούφιση και μπορεί να ωφεληθεί με αναπάντεχους τρόπους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα τετράχρονου παιδιού, το οποίο παρά τις επίμονες θεραπείες ειδικών, δεν είχε ξεκινήσει να μιλά. Η ομιλία του ξεκίνησε όταν η οικογένεια πήρε στο σπίτι σκύλο, με τον οποίο το παιδί δέθηκε συναισθηματικά και επικοινωνούσε διαρκώς.

Η έρευνα της Heather σε 2.000 μαθητές στην Αγγλία έδειξε ότι πάνω από τα μισά παιδιά είχαν άμεση εμπειρία από θέαση (ακόμη και όταν δεν παραδέχονταν τα ίδια τη δράση) ακραίων μορφών κακοποίησης ζώων, όπως να πετούν τούβλα στο κεφάλι της γάτας, να πετούν τη γάτα στη φωτιά, να πετούν γατάκια στον αέρα, να τα βάζουν στο φούρνο μικροκυμάτων, να χτυπούν το σκύλο με τη μύτη του φτυαριού, να βγάζουν τα φτερά της πεταλούδας και μια σειρά ακόμη αποτροπιαστικών πράξεων, που γεμίζουν μια θλιβερή λίστα. Δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι αντίστοιχα ευρήματα δεν θα ίσχυαν και στη χώρα μας. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της συγκεκριμένης έρευνας όμως ήταν η αιτιολόγηση των παιδιών.

Στην ερώτηση: «Για ποιο λόγο κακοποίησες ζώα;» η πρώτη σε συχνότητα απάντηση ήταν «εκδίκηση», η δεύτερη «για πλάκα», και η τρίτη «δεν ξέρω, δεν μπορώ να σκεφτώ γιατί το έκανα». Κατά την ερευνήτρια, η πρώτη απάντηση πολύ πιθανώς αποτελεί άμυνα του παιδιού στην ενοχή – με κάποιο τρόπο θα έπρεπε να φταίει το ζώο! Οι δύο επόμενες είναι οι πιο αποκαλυπτικές: «για πλάκα» ή «γιατί έτσι». Εδώ ακριβώς βρίσκεται το τεράστιο έλλειμμα παιδείας.

Τα παιδιά οφείλουν να διδαχθούν ότι τα ζώα είναι ζωντανοί οργανισμοί όπως εμείς, με το ίδιο δικαίωμα για ζωή στη Γη όπως εμείς, που νιώθουν πόνο και αγωνία όπως εμείς, αλλά αντίθετα με εμάς, δεν έχουν δόλο ή μοχθηρία και θα προσφέρουν την αγάπη, όποτε τους ζητηθεί, χωρίς επιθυμία για εκδίκηση. Όταν μιλούμε στα παιδιά για τα ζώα με αυτόν τον τρόπο, μιλούμε κατευθείαν στην καρδιά τους. Έχω παρατηρήσει ότι τα παιδιά αμέσως λαμβάνουν το μήνυμα, αλλάζουν αμέσως στάση, δείχνουν περισυλλογή και θέλουν να μιλούν ασταμάτητα για τις θετικές τους εμπειρίες με τα ζώα. Αυτό αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι η σχέση παιδιών-ζώων και πόσο πρέπει να την προστατέψουμε και να την καθοδηγήσουμε με αγάπη.

Το τρίτο ενδιαφέρον εύρημα είναι οι προτάσεις των ίδιων των παιδιών σχετικά με το πώς μπορεί να σταματήσει η κακοποίηση ζώων από εκείνα. Σε συντριπτική πλειοψηφία τα παιδιά προτείνουν την εκπαίδευση, παρά την τιμωρία (Paul, 1993). Σύμφωνα με τις προτάσεις των ίδιων των παιδιών:
‘Καλλιεργήστε τη συμπόνια στα παιδιά’, ‘δείξτε στα παιδιά ότι τα ζώα ζουν κι αναπνέουν όπως εμείς’, ‘βοηθήστε μας να καταλάβουμε τα ζώα’, ‘διδάξτε μας μαθήματα πώς να φροντίζουμε τα ζώα’, ‘πείτε ότι τα ζώα είναι σαν τους ανθρώπους’.

Η ευαισθητοποίηση λοιπόν των παιδιών μπορεί να ξεκινήσει με το να μιλήσουμε στα παιδιά για το λάθος της κακοποίησης ζώων. Ας είμαστε διατεθειμένοι να ανοίξουμε το νου μας στις ιδέες των παιδιών σχετικά με τις σιωπηρά αποδεκτές μορφές συστημικής κακοποίηση που υφίστανται τα ζώα στην κοινωνία μας, όπως π.χ. τα εκτροφεία κοτόπουλων, όπου τα ζώα είναι παγιδευμένα σε χώρο Α4 για μια ολόκληρη ζωή ή τους επώδυνους εργαστηριακούς πειραματισμούς σε ζώα για μη απαραίτητα προϊόντα.

Ή ακόμη, το κυνήγι υψηλής τεχνολογίας από ανθρώπους που δεν πεινούν, αλλά επιδίδονται στο θάνατο των ζώων για χόμπι. Η κακοποίηση ζώων δεν είναι ακίνδυνη, ούτε «αστεία» (‘τα κορίτσια που κακοποιούν ζώα έχει παρατηρηθεί ότι δαγκώνουν και χτυπούν τα άλλα παιδιά περισσότερο από το μέσο όρο, ενώ τα αγόρια καταστρέφουν τα αντικείμενα των άλλων και βρίζουν’, Heather et al. 2003).

Πρέπει να προστατέψουμε τα παιδιά από το καταστροφικό συναίσθημα παντοδυναμίας που τα κατακλύζει όταν πειραματίζονται με τον πόνο, το σώμα και τη ζωή ενός έμβιου πλάσματος.

Τα παιδιά πρέπει να βοηθηθούν να αντιληφθούν τον πόνο γύρω τους, ακόμη κι όταν συμβαίνει σε έναν οργανισμό με σώμα διαφορετικό από το δικό τους. Η καλλιέργεια του σεβασμού και της ενσυναίσθησης θα τα βοηθήσει να αποκτήσουν υγιέστερη σχέση με τον εαυτό τους, τους άλλους ανθρώπους, αλλά και να αντλήσουν πραγματική ψυχική ικανοποίηση από τη σχέση με το ζώο, που μπορεί να διατηρηθεί μια ζωή.