Το 1960 ο James Black πήρε το βραβείο Nobel γιατί ανακάλυψε τους β-αναστολείς. Όμως, οι β-αναστολείς ως φάρμακα εμφανίζονται στην κλινική πράξη στις αρχές της δεκαετίας του 70. Σήμερα θεωρούνται ένα από τα βασικότερα φάρμακα της καρδιολογίας.

Χρησιμοποιήθηκαν στην αρχή σαν αντιαρρυθμικά και αντιυπερτασικά φάρμακα και αργότερα ως φάρμακα στη στεφανιαία νόσο και ιδιαίτερα στο έμφραγμα. Τελικά με την αποδεδειγμένη δράση τους στη βελτίωση του προσδόκιμου επιβίωσης του αρρώστου με καρδιακή ανεπάρκεια, θεωρούνται σήμερα ένα από τα κλασικά φάρμακα κατά της καρδιακής ανεπάρκειας.

Έτσι οι β-αναστολείς πέρασαν στην ιατρική ιστορία ως το φάρμακο της καρδιολογίας, καθώς θεωρητικά όλες οι σοβαρές καρδιοπάθειες μπορούν ως τελικό στάδιο να έχουν την καρδιακή ανεπάρκεια.

Οι β-αναστολείς αποκλείοντας τους β-nor αδρενεργικούς υποδοχείς του κυττάρου ελαχιστοποιούν την επίδραση του συμπαθητικού συστήματος και παρεμβαίνουν στον ουσιαστικό μεταβολισμό του κυττάρου.

Έτσι, ένα φάρμακο που δειλά-δειλά έκανε την παρουσία του ως αντιυπερτασικό φάρμακο, τείνει να καταστεί το φάρμακο για ‘πάσα νόσο’.

Αφορμή για το άρθρο αυτό αποτελεί μια εντυπωσιακή ανακοίνωση του Cancer Research U.K., δηλαδή του ερευνητικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου της Αγγλίας, το οποίο υποστηρίζει ότι σε μελέτες 800 περιπτώσεων οι ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έπαιρναν β-αναστολείς είχαν ελαττωμένη πιθανότητα (περίπου 50%) να παρουσιάσουν υποτροπές με μεταστατικό καρκίνο.

Κατόπιν τούτου η μελέτη επεκτάθηκε σε άλλες 30.000 περιπτώσεις ασθενών που έπαιρναν όχι μόνο β-αναστολείς αλλά όλα τα αντιυπερτασικά φάρμακα και τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν περίπου σε ένα χρόνο. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι με τον αποκλεισμό των β-αδρενεργικών υποδοχέων που βρίσκονται στην επιφάνεια του κυττάρου επιτυγχάνεται ελάττωση της κινητικότητάς τoυς, με τελικό αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της επέκτασης του καρκίνου από μεταστάσεις.

Εάν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε θα έχουμε άλλη μια ουσιαστική παρέμβαση στη θεραπεία του καρκίνου.

Βέβαια κανένας δεν δικαιούται να προφητεύει, άλλωστε ισχύει το ουδείς μετά Χριστόν προφήτης, ούτε να καλλιεργεί ελπίδες χωρίς ουσιαστικές αποδείξεις και ιδιαίτερα στους ασθενείς που πάσχουν από την επάρατο. Όμως θα πρέπει να θυμηθούμε ότι όταν δημοσιεύθηκαν οι πρώτες μελέτες που αφορούσαν τη θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας με β-αναστολείς, οι μελέτες αυτές απέσπασαν τα ειρωνικά σχόλια των μεγαλυτέρων ονομάτων της καρδιολογίας της εποχής εκείνης.

Και τούτο γιατί ακόμα και τα φυλλάδια των οδηγιών των β-αναστολέων τότε έγραφαν ότι οι β-αναστολείς αντενδείκνυνται στην καρδιακή ανεπάρκεια. Δηλαδή με απλά λόγια, στον άνθρωπο που πάσχει από καρδιακή ανεπάρκεια και παίρνει β-αναστολείς, η καρδιά χάνει τη συσταλτικότητά της και κατά συνέπεια η κατάσταση του αρρώστου επιδεινώνεται.

Σήμερα σε όλες τις κατευθυντήριες οδηγίες όλων των επιστημονικών εταιρειών αναγράφεται ότι οι β-αναστολείς είναι εκλεκτικό φάρμακο για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σε τέτοιο βαθμό που να ελέγχεται ο γιατρός όταν δεν το χορηγεί στον άρρωστο που πάσχει από καρδιακή ανεπάρκεια.

Πρόσφατα στο ιατρικό περιοδικό ‘Lancet’ έγινε ανάλυση όλων των μελετών των αρρώστων που έπαιρναν ασπιρίνη για προφύλαξη από τις καρδιοπάθειες και αποδείχθηκε ότι οι άρρωστοι αυτοί παρουσίαζαν ελαττωμένο κίνδυνο για καρκίνο κατά 25% και της θνητότητας από οποιαδήποτε αιτία κατά 10% συγκριτικά με εκείνους που δεν έπαιρναν ασπιρίνη.

Έτσι, μετά την ασπιρίνη που ύστερα από τόσα χρόνια χρήσης βρέθηκε ότι ελαττώνει την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου φαίνεται ότι αρχίζει τώρα μια ανάλογη συζήτηση για τους β-αναστολείς.

Άραγε ένα τόσο σπουδαίο φάρμακο για τις καρδιοπάθειες όπως οι β-αναστολείς θα αποδειχθεί τελικά ένα σωτήριο φάρμακο για την ανθρωπότητα; Οψόμεθα!