Γράφει ο Θανάσης Δρίτσας, Καρδιολόγος

Η δημιουργικότητα στον άνθρωπο σχετίζεται με την υγεία και όταν ο άνθρωπος σταματήσει να είναι δημιουργικός τότε έχει πιθανότητες να χάσει και την υγεία του. Αυτή είναι η βασική αρχή των θεραπειών μέσω μουσικής αλλά και της θεραπείας μέσω τέχνης γενικότερα, δηλαδή να καταφέρει ο άνθρωπος να επαναφέρει στη ζωή του την πρωτογενή ‘δημιουργική παιδικότητα’ και το στοιχείο του παιχνιδιού έτσι ώστε να βρεί πάλι το αρχέγονο ‘μουσικό παιδί’ το οποίο είναι βαθιά κρυμμένο σε όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητα απο τη μουσική τους παιδεία.

Και βέβαια η ζωή η ίδια, με τις πολλές απρόσμενες αλλαγές της, μοιάζει με ένα κομμάτι μουσικής jazz. ‘Οπως και στη μουσική jazz έτσι και στη ζωή μαθαίνουμε να αυτοσχεδιάζουμε για να καταφέρουμε να επιβιώσουμε σε δύσκολες συνθήκες.

Ο αυτοσχεδιασμός κάτω απο καθοδήγηση κάποιου έμπειρου θεραπευτή είναι μια βασική τεχνική στη ‘βιωματική μουσικοθεραπεία’ και βρίσκει πολλές εφαρμογές πχ στην αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο και ογκολογικά προβλήματα. Εκεί όπου η ζωή απειλείται στο σωματικό επίπεδο καλείται ο θεραπευτής να ενισχύσει τη θετική σκέψη και την πεποίθηση για ζωή σε ένα άλλο δημιουργικό ψυχο-πνευματικό επίπεδο.

Η ύπαρξή μας εξάλλου συντελείται σε ένα ενιαίο θέμα παρότι εμείς διακρίνουμε για λόγους κατανόησης το σωματικό (body) και το μη-σωματικό (mind) ή ψυχοπνευματικό επίπεδο. Στην ουσία τα δύο αυτά επίπεδα λειτουργούν στον άνθρωπο ως συγκοινωνούντα δοχεία.

Έτσι ένας διακεκριμένος σήμερα μουσικοθεραπευτής, ο David Aldridge, στο βιβλίο του με τίτλο Spirituality, Healing and Medicine (ελληνική μτφρ. Πνευματικότητα, θεραπεία και υγεία) ισχυρίζεται ότι για τη διατήρηση της υγείας του ατόμου ισχύει η λατινική έκφραση ARGO ERGO SUM η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως ‘δημιουργώ άρα υπάρχω και συνεχίζω να ζω’ σε αντιπαράθεση με το καρτεσιανό στερεότυπο COGITO ERGO SUM δηλαδή το ‘σκέπτομαι άρα υπάρχω’.

Η καρτεσιανή άποψη είναι υπαίτια για την αφύσικη διαίρεση ψυχής και σώματος και έχει αποτελέσει πρόβλημα στην ολιστική αντιμετώπιση πολλών κατηγοριών ασθενών στη σύγχρονη ιατρική. Οι θεραπείες μέσω τέχνης δεν καταργούν ούτε υποκαθιστούν την κλασική ιατρική αντιμετώπιση αλλά συμπληρώνουν την τρέχουσα ιατρική πράξη και χαρακτηρίζονται από την αντιμετώπιση του ασθενή ως ‘προσώπου συνολικά’ και όχι ως ‘νοσήματος’ μόνον.

Οι Πυθαγόρειοι αλλά και οι Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Ιπποκράτης πίστευαν στον θεραπευτικό ρόλο της μουσικής. Σε πολλά από τα κείμενά τους προτείνουν διάφορους ήχους και μουσικές κλίμακες ανάλογα με την ψυχική διάθεση την οποία θέλει κανείς να δημιουργήσει.

Ακόμη και οι αρχαίοι ρυθμοί σχετίζονται άμεσα με το θυμικό και τη σωματική κίνηση και θα μπορούσε να τούς διαιρέσει καφενός σε ρυθμούς χαλαρούς οι οποίοι σχετίζονται συνήθως με την ήρεμη ανάγνωση κειμένων ή απαγγελία ποιητικών στίχων (πχ το γνωστό δακτυλικό εξάμετρο ή δάκτυλος) και αφετέρου σε ρυθμούς σχετιζόμενους με γρήγορες κινήσεις, συνήθως χορευτικές και περισσότερο διονυσιακού χαρακτήρα.

Τα δεδομένα τα οποία προκύπτουν από τις αρχαίες ελληνικές απόψεις επιβεβαιώνονται σήμερα από σύγχρονες κλινικές ιατρικές μελέτες οι οποίες δείχνουν ότι η ακρόαση κατάλληλα επιλεγμένης μουσικής μπορεί όχι μόνο να επιδράσει στη διάθεση και το συναίσθημα αλλά μπορεί ακόμη και να μεταβάλει επίπεδα ορμονών στο αίμα που σχετίζονται με αισθήματα άγχους, φόβου ή θυμού (βλ.

αδρεναλίνη, κορτιζόλη, σεροτονίνη). Οι Αρχαίοι Έλληνες, όπως και οι Ρωμαίοι, πίστευαν στην αξία της μουσικής πέραν της διασκέδασης και για το λόγο αυτό την είχαν εντάξει στην υποχρεωτική παιδεία μαζί με την αριθμητική, τη γεωμετρία και την αστρονομία.

Οι σύγχρονες απεικονιστικές μελέτες του εγκεφάλου (βλ. λειτουργική μαγνητική τομογραφία-fMRI ή τομογραφία ποζιτρονίου-PET SCAN) έχουν αποδείξει ότι η πρώιμη έναρξη μουσικής παιδείας (πχ στην ηλικία 6-7 ετών) βοηθά στην ανάπτυξη τμημάτων του εγκεφάλου τα οποία σχετίζονται με πολλές ανώτερες γνωστικές-μαθησιακές λειτουργίες.

‘Εχει πχ αποδειχθεί ότι η ικανότητα να τραγουδά κανείς μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να διατηρηθεί μετά από σοβαρά αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια ενώ έχει χαθεί η ικανότητα του λόγου, μπορεί να έχουμε δηλαδή αφασία αλλά όχι αμουσία.

Αποδεικνύεται ότι η μουσική αποτελεί ένα εργαλείο ‘άσκησης’ του εγκεφάλου το οποίο προάγει γενικότερα την υγεία, όπως πχ η φυσική άσκηση για το σώμα.

Φαίνεται ότι η μουσική έχει βιολογική αξία και ίσως αποτελεί διαχρονικό εργαλείο επιβίωσης για το ανθρώπινο είδος, γεγονός το οποίο υποστηρίζουν σήμερα οι νευρο-επιστήμονες. Ο Δαρβίνος, για παράδειγμα, πίστευε ότι η μουσική διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη του είδους μας.

Αυτό διότι σε αρχαιότερους πολιτισμούς η επιλογή συντρόφου γίνονταν με κριτήριο τις ικανότητες στο χορό και το τραγούδι και μάλιστα αν κάποιος άνδρας δεν χόρευε και δεν τραγουδούσε καλά να μην θεωρείται υποψήφιος σύντροφος για μια γυναίκα.

Φαίνεται έτσι ξεκάθαρα ότι η επιλογή συντρόφου από τις γυναίκες δεν περιορίζεται στο κριτήριο της μυϊκής δύναμης. Οι γυναίκες επιλέγουν μάλλον καλύτερα από τους άντρες, αφού οι άνδρες επηρεάζονται κυρίως από τα σωματομορφικά χαρακτηριστικά της γυναίκας, ενώ οι γυναίκες σκέφτονται ευρύτερα.

Είναι βέβαιο ότι οι άνθρωποι που τραγουδούν και παίζουν μουσική διαθέτουν επιπρόσθετες ικανότητες, κυρίως εκφραστικές και επικοινωνιακές. Ο Δαρβίνος ακόμη πίστευε ότι ο ρυθμός της μουσικής έχει μία επιπρόσθετη βιολογική αξία, διότι μπορεί να βοηθήσει στην ατομική, οικογενειακή και την ευρύτερα κοινωνική οργάνωση.

Και ο Πλάτωνας στον ‘Τίμαιο’, αναφέρει ότι ο μουσικός ρυθμός μας δόθηκε από τους θεούς προκειμένου να μας επαναφέρει πίσω στις θεϊκές ιδιότητες, δηλαδή στην τελειότητα. Αυτό, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, συμβαίνει διότι οι άνθρωποι έχουν μια έμφυτη τάση να παρεκκλίνουν από τη θεία τάξη πραγμάτων.

Ο μουσικός ρυθμός υπάρχει λοιπόν για να μας επαναφέρει στο θεϊκό πρότυπο, το οποίο ορίζεται μουσικά ως η ‘ιδανική τροχιά’ ή η τέλεια μουσική αρμονία.