Το παθολογικό αυτό σύμπτωμα χαρακτηρίζεται από λαχάνιασμα με την καταβολή μικρής προσπάθειας. Κατά την ιατρική εξέταση διαπιστώνεται αύξηση της συχνότητας ή του βάθους των αναπνευστικών κινήσεων και δραστηριοποίηση επικουρικών αναπνευστικών μυών.

Κατά την επιτέλεση δραστηριοτήτων που απαιτούν αυξημένη κατανάλωση οξυγόνου ο οργανισμός αυξάνει το μεταβολισμό του. Η κυκλοφορία δραστηριοποιείται, η αναπνοή επιταχύνεται ενώ η αρτηριακή πίεση αυξάνει.

Tο λαχάνιασμα μπορεί να συμβεί όταν υπάρχει οποιαδήποτε διαταραχή στις φυσιολογικές αυτές προσαρμογές του οργανισμού στην αυξημένη καταβολή προσπάθειας.

Μπορεί να προκληθεί από παράγοντες που αποφράσσουν τη δίοδο του αέρα, αλλοιώνουν την επιφάνεια των κυψελίδων, παράγοντες που αλλοιώνουν τη φυσιολογική λειτουργία των εγκεφαλικών κέντρων της αναπνοής, επί υποξίας, επί οξεοβασικών διαταραχών, επί υπερβολικής ανόδου της αρτηριακής πίεσης, επί υπερβολικής ταχυκαρδίας, επί κυκλοφορικών διαταραχών, επί διαταραχής της λειτουργίας των προσαρμοστικών αντανακλαστικών.

Χαρακτηριστικά νοσήματα με τους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς που προαναφέρονται είναι η νοσογόνος παχυσαρκία, η καρδιακή ανεπάρκεια, η πνευμονική εμβολή, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η αναιμία, η μεθαιμοσφαιριναιμία, η μεταβολική οξέωση, εγκεφαλικά νοσήματα. Το άγχος διαταράσσει τις φυσιολογικές προσαρμογές του οργανισμού στην κόπωση και μπορεί να είναι η αιτία του εύκολου λαχανιάσματος.

Κατά τη σωστή ιατρική παθολογική εξέταση, αντικειμενικά σημεία (ακρόαση πνεύμονα, μέτρηση αναπνοών – πίεσης, εκτίμηση καρδιακής λειτουργίας, οξυμετρία, ψηλάφηση σπλάγχνων) και στοιχεία από το ιατρικό ιστορικό (συνύπαρξη βήχα, αιμόπτυσης, χαρακτήρων της δύσπνοιας, πυρετού) κατευθύνουν τη διάγνωση.