Γιατί και πώς συμβαίνει η στένωση της καρωτιδικής αρτηρίας;

Η αθηροσκλήρωση είναι μια διαδικασία «γήρανσης» των αρτηριών, η οποία αναπτύσσεται σταδιακά ξεκινώντας από νεαρή ηλικία. Οι κύριοι παράγοντες που προκαλούν την αθηροσκλήρωση είναι η αρτηριακή υπέρταση, η υψηλή χοληστερόλη στο αίμα, το κάπνισμα και ο σακχαρώδης διαβήτη.

Η αθηροσκλήρωση χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση λίπους στα τοιχώματα των αρτηριών. Αυτές οι συσσωρεύσεις προκαλούν ορισμένες διαδικασίες, που σταδιακά οδηγούν στο σχηματισμό αθηρωματικών πλακών στο εσωτερικό των αρτηριών. Αυτές οι πλάκες περιορίζουν την ίδια την αρτηρία (στένωση των αρτηριών) και γίνονται εμπόδιο στη διέλευση του αίματος σε αυτές. Οι αρτηρίες που επηρεάζονται πιο συχνά από αθηροσκλήρωση είναι οι στεφανιαίες αρτηρίες, οι καρωτιδικές αρτηρίες και οι αρτηρίες των κάτω άκρων.

Ποια είναι τα αποτελέσματα της στένωσης;

Η ανάπτυξη των αθηρωματικών πλακών στις καρωτιδικές αρτηρίες μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπλοκές. Η συνεχής ανάπτυξη των πλακών προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη στένωση στην αρτηρία, μέχρι και το κλείσιμό της από τη θρόμβωση, και επίσης προκαλεί την άμεση παύση της παροχής αίματος από την καρδιά προς τον εγκέφαλο. Μια άλλη επιπλοκή είναι η διάλυση της πλάκας. Όταν συμβαίνει αυτό, το λιπαρό περιεχόμενο διαλύεται στο αίμα και πηγαίνει στον εγκέφαλο κλείνοντας τις αρτηρίες που αιματώνουν τον εγκέφαλο. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την άμεση διακοπή της παροχής αίματος και οξυγόνου σε τμήματα του εγκεφάλου. Αυτό είναι γνωστό ως εγκεφαλικό επεισόδιο και εμφανίζεται με την παράλυση ενός μέρους του σώματος.

Όταν εμποδίζεται η διοχέτευση του αίματος στη δεξιά καρωτιδική αρτηρία, που εξυπηρετεί το δεξιό μέρος του εγκεφάλου, το οποίο ελέγχει το αριστερό μισό του σώματος, το αριστερό μέρος του σώματος εμφανίζει παράλυση. Η παράλυση είναι δυνατό να επηρεάσει μόνο το βραχίονα, μπορεί να σχετίζεται με δυσκολία στην ομιλία (αφασία) ή μπορεί να καταλάβει το μισό του σώματος. Στις σοβαρές μορφές της, η νόσος είναι απειλητική για τη ζωή.

Πώς μπορούμε να μάθουμε αν έχουμε στένωση καρωτιδικής αρτηρίας;

Ο έλεγχος για στένωση καρωτιδικής αρτηρίας γίνεται με υπέρηχο Doppler. Η εξέταση αυτή είναι μια πολύ απλή, ανώδυνη και χωρίς συνέπειες για τον ασθενή εξέταση. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης αξιολογείται η παρουσία των λιπαρών συσσωρεύσεων στα αρτηριακά τοιχώματα, η παρουσία των πλακών και ο βαθμός της στένωσης. Επίσης αξιολογείται η ροή του αίματος προς τον εγκέφαλο.

Ποιοι πρέπει να υποβάλλονται στη συγκεκριμένη εξέταση;

Σε εξέταση με υπέρηχο Doppler πρέπει να υποβάλλονται κατά προτεραιότητα:

  • Tα άτομα που έχουν αρτηριακή υπέρταση, όσοι έχουν υψηλή χοληστερόλη και οι διαβητικοί.
  • Ασθενείς με στεφανιαία νόσο.
  • Οι ασθενείς που έχουν υποστεί παροδικά εγκεφαλικά επεισόδια (TIA).
  • Όλοι οι άνθρωποι μετά την ηλικία των 60 ετών.

Σε περιπτώσεις όπου η εξέταση αποκαλύπτει την παρουσία στένωσης, οι εξετάσεις επαναλαμβάνονται περιοδικά για την εκτίμηση της πορείας της νόσου.

Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε την εμφάνιση της στένωσης της καρωτίδας;

Ο καλύτερος τρόπος για να αποτραπεί η στένωση των καρωτιδικών αρτηριών και της αθηροσκλήρωσης είναι η διακοπή του καπνίσματος, η τακτική αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης και του διαβήτη, η λήψη των φαρμάκων που μειώνουν τη χοληστερόλη και των φαρμάκων που εμποδίζουν τους θρόμβους, όπως είναι η ασπιρίνη ή το Clopidogreli.

Πώς και πότε αντιμετωπίζεται η στένωση της καρωτιδικής αρτηρίας;

Υπάρχουν δύο τρόποι για να αποκατασταθεί η στένωση της καρωτιδικής αρτηρίας: η χειρουργική και η ενδοαγγειακή μεθόδους.

Η χειρουργική μέθοδος συνήθως πραγματοποιείται με γενική αναισθησία μέσω μιας τομής στο πλευρό του λαιμού. Η αρτηρία εκτίθεται, την ανοίγουμε, απομακρύνουμε τις αθηρωματικές πλάκες που έχουν προκαλέσει την στένωση των αρτηριών, και ράβεται ξανά.

Η ενδοαγγειακή μέθοδος εκτελείται χωρίς γενική αναισθησία και χωρίς τομή. Ο γιατρός καθετηριάζει μια αρτηρία, συνήθως τη μηριαία, και μέσω αυτής μπαίνει στα αιμοφόρα αγγεία, φτάνοντας έτσι μέχρι και το σημείο της στένωσης. Εκεί τοποθετείται ένα στεντ και η αρτηρία διατείνεται μέσω ενός μπαλονιού.

Και οι δύο τεχνικές έχουν χαμηλό κίνδυνο για επιπλοκές. Σε γενικές γραμμές συνιστάται η χειρουργική επέμβαση. Κατά προτίμηση σε ορισμένους ασθενείς συνίσταται η ενδοαγγειακή επέμβαση:

  • Σε ασθενείς στους οποίους η νόσος δεν έχει δώσει κανένα σημάδι και αυτή ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια εξέτασης, η αποκατάσταση συνιστάται όταν η κλίμακα της στένωσης είναι πάνω από 70%. Σε ασθενείς χωρίς συμπτώματα και σε ασθενείς άνω των 75 ετών, συνιστάται περιοδικός προληπτικός έλεγχος σύμφωνα με τα μέτρα που προαναφέρθηκαν.
  • Σε ασθενείς που έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και έχουν βελτιωθεί, όπως και σε ασθενείς που έχουν υποστεί παροδικό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΤΙΑ), η επέμβαση συνιστάται και σε κάποιο χαμηλότερο βαθμό στένωσης.

 

Πηγές: Dr Gentian Caco, Αγγειοχειρουργός, Επιστ. Συνεργάτης ΥΓΕΙΑ Τιράνων