Γράφει ο Σοφοκλής Βασιλάκης, Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Κρήτης, Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Metropolitan 

 

Το παχύ έντερο αποτελεί το τελικό τμήμα του πεπτικού σωλήνα όπου αποθηκεύονται τα κατάλοιπα της τροφής, μετά την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών από το λεπτό έντερο. Αποτελείται από το τυφλό, το ανιόν, το εγκάρσιο, το κατιόν, το σιγμοειδές και το ορθό που καταλήγει στον πρωκτικό σωλήνα.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι μια δυνητικά θανατηφόρος νόσος. Στις ΗΠΑ 145.290 νέες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο. Ο καρκίνος αυτός αποτελεί την 3η αιτία θανάτου από καρκίνο τόσο στους άνδρες, όσο και στις γυναίκες. Οι παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του παχέος εντέρου είναι τόσο περιβαλλοντικοί όσο και γενετικοί. Ο τρόπος εμφάνισεώς του ακολουθεί συνήθως ένα από τα ακόλουθα τρία πρότυπα, του σποραδικού, του κληρονομούμενου και του οικογενούς, αναλόγως των παραγόντων κινδύνου που ενοχοποιούνται για κάθε μορφή.


Στη σποραδική μορφή, που αποτελεί και το 70% των περιπτώσεων, δεν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Αφορά ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 50 ετών και έχουν συσχετιστεί διάφοροι διατροφικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες με την εμφάνιση της νόσου. ‘Οσον αφορά στη διατροφή, αναφέρεται ότι ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι σπάνιος σε πληθυσμούς με χαμηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος. Συγκεκριμένα, έχουν ενοχοποιηθεί η υψηλή κατανάλωση ζωϊκού λίπους, καθώς και καρκινογόνα που παράγονται από το μαγείρεμα ζωϊκών πρωτεϊνών σε υψηλή θερμοκρασία.

Ειδικότερα, σε μια σημαντική επιδημιολογική μελέτη, που αφορά τον πληθυσμό της χώρα μας, φαίνεται ότι τα άτομα που ανήκουν στην ομάδα με μεγάλη κατανάλωση κρέατος και χαμηλή πρόσληψη λαχανικών εμφανίζουν 8 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για καρκίνο παχέος εντέρου σε σχέση με εκείνους που ανήκουν στην ομάδα με χαμηλή κατανάλωση κρέατος και υψηλή πρόσληψη λαχανικών.

Αντίθετα, αποτελεί κοινή διαπίστωση όλων των επιδημιολογικών μελετών ότι η μεγάλη κατανάλωση φυτικών ινών, φρούτων και λαχανικών διαδραματίζει σπουδαίο προστατευτικό ρόλο. Η δράση αυτή οφείλεται στην παρουσία του άπεπτου φυτικού υπολείμματος που αυτό καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το βάρος των κοπράνων και σε μικρότερο, το χρόνο διάβασης του εντερικού περιεχομένου από το παχύ έντερο. Ο ρόλος αυτός έχει τεκμηριωθεί από το εύρημα ότι το χαμηλό βάρος κοπράνων υποδηλώνει την ύπαρξη μεταβολικών διεργασιών που ευνοούν την ανάπτυξη καρκίνου (κυρίως στο σιγμοειδές).

Μια επιπρόσθετη δράση του άπεπτου φυτικού υπολείμματος φαίνεται να είναι ότι μπορεί να εξουδετερώσει τον επιβαρυντικό ρόλο άλλων
διατροφικών παραγόντων όπως οι ολικές θερμίδες ή το λίπος ζωϊκής προέλευσης. Το φυλλικό οξύ που ανευρίσκεται στα λαχανικά δρα προστατευτικά για τον βλεννογόνο του εντέρου, ενώ η βιταμίνη C (άφθονη στα φρούτα) ασκεί την προστατευτική της δράση μέσω των αντιοξειδωτικών ιδιοτήτων που διαθέτει.

Σε μελέτες, που συνέκριναν διάφορους διαιτητικούς παράγοντες όσον αφορά τη σχέση τους με τον κολοορθικό καρκίνο έχει αναφερθεί ότι το υπόλειμμα που προέρχεται από το σιτάρι, τα φρούτα και τα λαχανικά φαίνεται να παρέχει τη
μέγιστη προστατευτική επίδραση. Το κάπνισμα και η κατανάλωση οινοπνεύματος επίσης έχουν ενοχοποιηθεί για την πρώιμη εμφάνιση αυτού του καρκίνου. Σε αρκετές μελέτες αναδεικνύεται η άμεση συσχέτιση του καπνίσματος με τον καρκίνο του παχέος εντέρου.   

Φυσική άσκηση

΄Ενας άλλος προδιαθεσικός παράγοντας ιδιαίτερα στους άνδρες είναι η παχυσαρκία. Αύξηση του βάρους κατά 35% του φυσιολογικού οδηγεί σε 40% μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου. Ως πιθανή εξήγηση της επιδημιολογικής αυτής παρατήρησης αναφέρεται η συσσώρευση λίπους στην κοιλιά (κυρίως στους άνδρες) το οποίο είναι βιολογικά δραστικό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό φαίνεται να ισχύει και για τον κίνδυνο ανάπτυξης καλοήθωναδενωμάτων (πολύποδες) στο παχύ έντερο, οι οποίοι μπορούν, στη συνέχεια, να μεταλλαγούν σε καρκίνο.

Τέλος, η φυσική άσκηση μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης του καρκίνου, ενώ η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας διπλασιάζει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου. Ο θετικός ρόλος της άσκησης βασίζεται στη μείωση του χρόνου διάβασης του παχέος εντέρου, στην απόκτηση από τα άτομα που αθλούνται σωστότερων διατροφικών συνηθειών και στη θετική επίδραση της άσκησης στο ανοσολογικό σύστημα αφού κινητοποιεί τα Τ- και Β-λεμφοκύτταρα, τα ΝΚ κύτταρα, καθώς και την έκκριση λεμφοκινών βελτιώνοντας έτσι την ανοσοεπιτήρηση.

Η κληρονομική μορφή αφορά στο 5% των ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου και οι περιπτώσεις αυτές υποδιαιρούνται με το αν η ανεύρεση πολυπόδων αποτελεί ή όχι την κύρια εκδήλωση της νόσου.

Οι ασθενείς με πολυποδίαση περιλαμβάνουν το σύνδρομο οικογενούς αδενωματώδους πολυποδίασης (ΣΟΑΠ), το εξασθενημένο ΣΟΑΠ, το σύνδρομο Gardner και το σύνδρομο Turcot. Η εμφάνιση κληρονομούμενου μη κολοορθικού καρκίνου χωρίς την ταυτόχρονη ανεύρεση πολλαπλών πολυπόδων αποτελεί άλλη νοσολογική οντότητα, γνωστή ως κληρονομικός μη πολυποσικός καρκίνος (Hereditary non-polyposis colon cancer).

H οικογενής μορφή αποτελεί το λιγότερο κατανοητό πρότυπο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου. Το 25% των περιπτώσεων υπάγεται στην κατηγορία αυτή. Οι ασθενείς έχουν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου αλλά η μορφή του καρκίνου αυτού δεν εντάσσεται σε κάποιο από τα κληρονομούμενα σύνδρομα.

Πρώτου βαθμού συγγένεια με προσβεβλημένο ασθενή αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου κατά 1,7 φορές σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνει περισσότερο εάν υπάρχουν δύο προσβεβλημένοι από καρκίνο συγγενείς πρώτου βαθμού ή εάν το πρώτο περιστατικό στην οικογένεια έχει διαγνωστεί πριν την ηλικία των 55 ετών. 

Οι περισσότεροι καρκίνοι του παχέος εντέρου πιστεύεται ότι εκδηλώνονται από αδενοματώδεις πολύποδες που είναι δυσπλαστικοί αλλά όχι κακοήθεις, ενώ μεσολαβεί ένα ικανό διάστημα μέχρι τη μετατροπή του πολύποδα σε καρκίνο. Για το λόγο αυτό ο καρκίνος του παχέος εντέρου προσφέρεται ιδιαίτερα για πρόληψη. Η ενδοσκοπική ή χειρουργική πολυπεκτομή διακόπτει την εξέλιξη σε καρκίνο.

Τα συμπτώματα που οδηγούν συνήθως τον ασθενή στο γιατρό είναι αλλαγή των συνηθειών του εντέρου, αίμα στα κόπρανα, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός, απώλεια βάρους, ανορεξία, αδυναμία, εύκολη κόπωση, σιδηροπενική αναιμία. Η διάγνωση γίνεται με την κλινική εξέταση, τη σιγμοειδοσκόπηση ή κολονοσκόπηση και τη λήψη βιοψιών για την ιστολογική επιβεβαίωση της νόσου.  

Για την ορθή σταδιοποίηση της νόσου απαιτείται αξονική τομογραφία της κοιλίας, το διορθικό υπερηχογράφημα ή και η μαγνητική τομογραφία. Τα στάδια της νόσου σύμφωνα με την κατά Duke’s σταδιοποίηση είναι τέσσερα και όπως συμβαίνει γενικότερα στην Ιατρική, όσο πιό πρώϊμη (σε μικρότερο στάδιο) είναι η διάγνωση τόσο τα αποτελέσματα της συνδυασμένης θεραπευτικής προσέγγισης του ασθενούς είναι καλύτερα.

Η αντιμετώπιση του καρκίνου του παχέος εντέρου εξαρτάται από την εντόπιση του όγκου, το στάδιο της νόσου καθώς και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει εκτομή του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου μαζί με τους περιοχικούς λεμφαδένες και συνήθως αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού σωλήνα με μια τελικοτελική ειλεοκολική, κολοκολική ή κολοορθική αναστόμωση. Τελική κολοστομία γίνεται περίπου στο 15% των περιπτώσεων που οδηγούνται στο χειρουργείο.

Η χημειοθεραπεία είναι η συστηματική θεραπεία που χρησιμοποιείται για την καταστροφή ή την επιβράδυνση της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων. Συχνά αποτελεί τη θεραπεία πρώτης γραμμής για τον μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου, ενώ τελευταία χρησιμοποιείται και πριν από τη χειρουργική επέμβαση σε μια προσπάθεια μείωσης του μεγέθους του όγκου και μπορεί να συνδυαστεί με βιολογικές θεραπείες, καθώς και με ακτινοθεραπεία.

Νέοι συνδυασμοί χημειοθεραπευτικών φαρμάκων χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της υποτροπής της νόσου ή για τη μείωση του όγκου πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Παρενέργειες των χημειοθεραεπευτικών είναι οι διάρροιες, οι βλενογοννίτιδες, η λευκοπενία και η αλωπεκία. Από την άλλη πλευρά όμως, θα πρέπει να τονιστεί ότι στην περίπτωση του καρκίνου του παχέος εντέρου, η νοσηρότητα εξαιτίας των χημειοθεραπευτικών που χρησιμοποιούνται επικουρικά είναι ήπια και συνεπώς καλά ανεκτή από την πλειοψηφία των ασθενών.

Η ανοσοθεραπεία ή βιολογική θεραπεία έχει ως στόχο τη διέγερση του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενούς εναντίον των καρκινικών κυττάρων. Δεν έχει εφαρμογή ακόμη σε όλους τους τύπους καρκίνου.

Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιείται, προεγχειρητικά (σε καρκίνο του ορθού), για τη μείωση του μεγέθους του όγκου ή, μετεγχειρητικά, για την αποστείρωση του χειρουργικού πεδίου από τα καρκινικά κύτταρα ή, τέλος, για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της εκτεταμένης νόσου.

Η μετεγχειρητική παρακολούθηση επιβάλλεται στους ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου για την πρώϊμη διάγνωση της υποτροπής της νόσου ή της εμφάνισης μεταστατικής εστίας. Οι ασθενείς συνήθως υποβάλλονται σε συχνούς ελέγχους που περιλαμβάνουν κλινική εξέταση, εξέταση κοπράνων για ανίχνευση αίματος, κολονοσκόπηση, αξονική τομογραφία και ακτινογραφίες θώρακος.

Η πρόγνωση εξαρτάται από το στάδιο της νόσου και τη γενική κατάσταση του ασθενούς. Η συνολική 5ετής επιβίωση των ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου, ανεξαρτήτως σταδίου, είναι περίπου 61%. Η 5ετής επιβίωση κυμαίνεται γύρω στο 92%, όταν δεν υπάρχει διασπορά της νόσου εκτός εντέρου, 64%, όταν υπάρχει συμμετοχή λεμφαδένων ή παρακειμένων οργάνων και 7% όταν υπάρχουν συστηματικές μεταστάσεις.