Τα κουνούπια είναι αιμομυζητικά αρθρόποδα που ενοχλούν τον άνθρωπο και τα θερμόαιμα ζώα, τα οποία υπό ορισμένες συνθήκες είναι δυνατόν να μεταδώσουν κάποιες ασθένειες, όπως Κίτρινο Πυρετό, Δάγκειο Πυρετό, Πυρετό του Δυτικού Νείλου, Εγκεφαλίτιδες κ.α.

Τα είδη ξεπερνούν τα 3.000, αποτελούν την οικογένεια Culicidae και διακρίνουμε τρείς υποοικογένειες, Anophelinae, Culicinae, και Toxorhynchitinae. Περισσότερο μας απασχολούν οι δύο πρώτες υποοικογένειες, τα Ανωφελή (Anophelinae) και τα Κοινά (Culicinae).

Το σώμα των κουνουπιών είναι μαλακό, έχουν σύνθετους οφθαλμούς, νηματοειδείς κεραίες, και τα άκρα τους είναι μεγαλύτερα από το σώμα τους και εύθραυστα. Τα κουνούπια επιβιώνουν με την απομύζηση φυτικών χυμών, ενώ τα θηλυκά κουνούπια επιπλέον τσιμπούν τον άνθρωπο και τα θερμόαιμα ζώα, διότι το αίμα είναι απαραίτητο για την ωρίμανση των αυγών τους, και έτσι πριν από κάθε ωοτοκία απαιτείται τουλάχιστον μία αιμοληψία.

Η αναπαραγωγή των κουνουπιών γίνεται τους θερμούς μήνες, ενώ το χειμώνα τα γονιμοποιημένα θηλυκά αφού χρησιμοποιήσουν την τελευταία αιμοληψία για αποθήκευση λίπους στο σώμα τους, διαχειμάζουν σε προφυλαγμένα και ζεστά μέρη, και με την ερχόμενη άνοιξη μετά από μία νέα αιμοληψία ωοτοκούν και δίνουν την πρώτη γενιά κουνουπιών.

Τα Ανωφελή Κουνούπια κατά τη διάρκεια της ημέρας αναπαύονται στα καταφύγιά τους και τη νύκτα κινούνται προς αναζήτηση τροφής και γονιμοποίηση. Ανευρίσκουν τα θύματά τους στις οικίες και στους στάβλους. Συνήθως εντοπίζονται στην οροφή και τα ψηλότερα σημεία των τοίχων, όπου απουσιάζει ο έντονος φωτισμός και υπάρχει σχετική υγρασία.

Από τα Ανωφελή Κουνούπια επιδημιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Anopheles Sacharovi, ο οποίος μεταδίδει το πλασμώδιο της Ελονοσίας αν προηγουμένως έχει τσιμπήσει άτομο προσβεβλημένο από την νόσο.

Τα Κοινά Κουνούπια είναι και αυτά ανθρωπόφιλα, αλλά ελλείψει ανθρώπων τσιμπούν πτηνά και οικόσιτα ζώα (σκύλοι, γάτες κλπ). Αναζητούν το θύμα τους και τις πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Κατά την ανάπαυσή τους κρύβονται σε σκοτεινές γωνίες των δωματίων, κάτω και πίσω από μεγάλα και βαριά αντικείμενα.

Από τα Κοινά κουνούπια επιδημιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Aedes Albopictus (Τίγρης), το οποίο μεταφέρει τον ιό του Δυτικού Νείλου. Το κουνούπι μολύνεται από προσβεβλημένα άγρια πτηνά (κοράκια και καρακάξες), και στη συνέχεια τσιμπά τον άνθρωπο μεταφέροντάς του έτσι τον ιό.

Ο άνθρωπος και τα άλλα θηλαστικά δεν προσβάλλονται συχνά από τη νόσο, και επίσης δεν αναπτύσσουν υψηλά επίπεδα ιαιμίας για τον λόγο αυτό δεν υφίσταται μετάδοση του ιού περαιτέρω. Έτσι λοιπόν ο ιός δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς επίσης δεν έχει παρατηρηθεί μετάδοση από μολυσμένο ζώο σε άνθρωπο.

Το 80% των ανθρώπων που προσβάλλονται από τη νόσο είναι ασυμπτωματικοί, ενώ ένα 19% περίπου εμφανίζουν την ελαφριά μορφή της νόσου (Πυρετός του Δυτικού Νείλου), και εμφανίζουν πυρετό, κακουχία, κεφαλαλγία, και σπανιότερα διόγκωση των λεμφαδένων και οπισθοβολβικό πόνο.

Περίπου 1% των ατόμων που προσβάλλονται εμφανίζουν τη βαριά μορφή της νόσου με προσβολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ( Εγκεφαλίτιδα / Μηνιγγίτιδα ). Ο χρόνος επώασης της νόσου είναι 2 με 14 ημέρες, και ο ιός είναι ευαίσθητος στο ηλιακό φώς, τη θερμότητα και την ξηρασία.

Η καταπολέμηση των κουνουπιών γίνεται με συντονισμένες ενέργειες τόσο των κρατικών υπηρεσιών (χαρτογράφηση εστιών ανάπτυξης των κουνουπιών, παρακολούθησή τους και εντομοκτονία με την εύρεση προνυμφών, υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού κλπ όσον αφορά τις Κρατικές Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας), όσο και σε οικιακό – ατομικό επίπεδο με την εγρήγορσή μας, και την έγκαιρη αποτροπή ανάπτυξης εστιών στις οικίες μας και γύρω από αυτές.

Ο γενικός Κανόνας είναι ότι όπου υπάρχει νερό είναι πιθανό να υπάρξουν και εστίες ανάπτυξης κουνουπιών και αυτό γιατί τα κουνούπια γεννούν τα αυγά τους στην επιφάνεια του νερού κατά κύριο λόγο, ενώ σπανιότερα τα γεννούν σε λάσπες ή άλλα σημεία τα οποία όμως είναι βέβαιο ότι σε κάποια στιγμή θα κατακλυσθούν από νερό.

Έτσι λοιπόν μορφές εστιών ανάπτυξης ανωφελών κουνουπιών είναι μικρά και μεγάλα έλη με πλούσια βλάστηση, παραθαλάσσια έλη με υφάλμυρο νερό, αρδευτικά αυλάκια, αποχετευτικά αυλάκια αποξηραντικών έργων με κακή συντήρηση, στάσιμα νερά σε περιοχές όπου γίνονται χωματουργικές εργασίες, μικρές συγκεντρώσεις νερών σε οπές δέντρων και ρηχά πηγάδια.

Εστίες ανάπτυξης των Κοινών κουνουπιών είναι τα βαρέλια με νερό που φυλάσσονται σε ταράτσες σπιτιών, διακοσμητικές λιμνούλες, στάσιμα νερά σε κήπους, τα πιατάκια κάτω από τις γλάστρες, βόθροι όπου λόγω κακής κατασκευής τους επιτρέπουν την είσοδο κουνουπιών, τα θεμέλια νεοαναγειρόμενων οικοδομών όπου μπορεί να υπάρχουν στάσιμα νερά, πεταμένα κονσερβοκούτια, πεταμένα λάστιχα αυτοκινήτων, σημεία συλλογής του βρόχινου νερού (αποστραγγιστικό δίκτυο), και διάφορα ακάλυπτα δοχεία με νερό, όπως πχ τα ανθοδοχεία.

Έτσι γνωρίζοντας λοιπόν τις παραπάνω συνήθειες των κουνουπιών το πρώτο βήμα μας είναι η εξάλειψη των εστιών ανάπτυξης όπου αυτό είναι δυνατόν, και όταν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί η επίβλεψή τους ώστε να επέμβουμε εγκαίρως και να αποτρέψουμε την ανάπτυξη κουνουπιών, με τη χρήση εντομοκτόνων που θα εφαρμόσουν οι κατάλληλοι επιστήμονες.

Τρόποι προστασίας

Εμείς για να προστατευτούμε από το τσίμπημα των κουνουπιών θα πρέπει όταν απολαμβάνουμε έναν περίπατο σε μία περιοχή με πυκνή βλάστηση, να φορούμε ελαφριά μακρυμάνικα ρούχα, παντελόνι, ψηλές κάλτσες, κλειστά παπούτσια και καπέλο, και να εφαρμόζουμε στα απροστάτευτα μέρη του σώματός μας εντομοαπωθητικά.

Όταν χρησιμοποιούμε εντομοκτόνα τα οποία κυκλοφορούν στο εμπόριο, διαβάζουμε προσεκτικά τις οδηγίες που αναγράφονται στο δοχείο, ψεκάζουμε πρώτα κάτω και πίσω από μεγάλα και βαριά αντικείμενα ώστε να ερεθίσουμε τα κουνούπια να βγουν, και στη συνέχεια ψεκάζουμε ψηλά και γύρω-γύρω σε όλο το δωμάτιο, με αυτό τον τρόπο τα σταγονίδια του εντομοκτόνου λόγω του μικρού τους βάρους αιωρούνται στον αέρα για αρκετή ώρα, και ερχόμενα σε επαφή με τα κουνούπια τα θανατώνουν.

Επιπροσθέτως, για να αποτρέψουμε την είσοδο των κουνουπιών στο σπίτι μας μπορούμε να χρησιμοποιούμε συρματόπλεγμα νούμερο 16 ή πυκνότερο στα παράθυρα και τις πόρτες, να χρησιμοποιήσουμε καπνογόνες σπείρες και ηλεκτροθερμενόμενα πλακίδια.