Η σχέση της οικονομίας με την υγεία είναι πολλαπλά τεκμηριωμένη. Η φτώχια γεννά την αρρώστια, ενώ ο πλούτος προστατεύει και προάγει την υγεία. Σε παγκόσμιο επίπεδο, υπάρχει σαφής αντιστοιχία ανάμεσα στην οικονομία κάθε χώρας και στην υγεία του πληθυσμού της.

Μέχρι και τα 2/3 των διαφορών που παρουσιάζουν οι δείκτες υγείας από πληθυσμό σε πληθυσμό οφείλονται σε οικονομικούς λόγους.

Η αύξηση του εισοδήματος οδηγεί σε βελτίωση της υγείας, μια και παρέχει τη δυνατότητα για καλύτερη κατοικία, για πιο ασφαλές και υγιεινό περιβάλλον, για επαρκή διατροφή, καθώς και για πολλούς άλλους κοινωνικούς και υλικούς παράγοντες που σχετίζονται με την υγεία.

Υψηλότερο εισόδημα σημαίνει επίσης περισσότερους πόρους για πρόληψη, περίθαλψη και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες.

Από την άλλη, η υγεία επηρεάζει το εισόδημα. Ένας υγιής πληθυσμός είναι και πιο παραγωγικός. Στις ΗΠΑ υπολογίστηκε ότι το 8,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) είναι πλούτος που παράγεται χάρη στη μείωση της θνησιμότητας από το 1940 και μετά.

Στη Μ. Βρετανία, εξάλλου, το βασικό επιχείρημα για τη δημιουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας και την παροχή δωρεάν περίθαλψης πριν από 50 περίπου χρόνια ήταν ότι ένας πιο υγιής πληθυσμός θα είναι πιο παραγωγικός και θα συμβάλει στην ανάπτυξη της οικονομίας.


Η σχέση της υγείας με την οικονομία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εξαιτίας της ύπαρξης σοβαρών οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ χωρών.

Η αύξηση του ΑΕΠ των βιομηχανοποιημένων κρατών είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης των πιο φτωχών χωρών. Το 1999 περισσότερα από 900 εκατομμύρια άτομα στον πλανήτη ζούσαν σε απόλυτη φτώχια. Οι εντυπωσιακές οικονομικές αποκλίσεις μεταξύ χωρών αποτυπώνονται ανάγλυφα στις υπάρχουσες διαφορές ως προς τα εθνικά εισοδήματα.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις πλούσιες χώρες, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, είναι περισσότερο από 40 φορές μεγαλύτερο από αυτό των φτωχών χωρών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η σχέση αυτή φτάνει και το 1 προς 200. Τα τελευταία 10 χρόνια (1990-99) μάλιστα, οι οικονομικές ανισότητες υπερδιπλασιάστηκαν, παρουσιάζοντας επιταχυνόμενες αυξητικές τάσεις.

Το 1998 το εισόδημα των 200 πιο πλούσιων κατοίκων της Γης ξεπερνούσε το εισόδημα των 2,5 δισεκατομμυρίων πιο φτωχών κατοίκων της.

Οι οικονομικές ρυθμίσεις για την κάλυψη των 1,3 τρισ. δολαρίων, που είναι το χρέος του Τρίτου Κόσμου, οδήγησαν πολλές φτωχές χώρες στην αθρόα εξαγωγή αγροτικών προϊόντων και στη συνακόλουθη μείωση της επάρκειας τροφών, στην αύξηση της ανεργίας, στη μείωση των εισοδημάτων, στην υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης, στην ελλιπή ιατρική φροντίδα, στην υποβαθμισμένη εκπαίδευση.

Η UNICEF, το 1989, απέδωσε σε αυτές τις οικονομικές πολιτικές την ευθύνη για 500 χιλιάδες θανάτους βρεφών, εκτιμώντας ότι το 1988 υπήρξε καθαρή εκροή κεφαλαίου της τάξεως των 60 δισ. δολαρίων από τις φτωχές προς τις πλούσιες χώρες.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του κεφαλαίου αντιπροσωπεύει την πληρωμή τόκων επί των χρεών και των δανείων, που μικρό μόνο ποσοστό τους έχει αξιοποιηθεί προς όφελος των τοπικών πληθυσμών.

Το 1992 το προσδόκιμο επιβίωσης στην Ιαπωνία ήταν 78,6 χρόνια και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ $19.400. Τον ίδιο χρόνο, το προσδόκιμο επιβίωσης στο Αφγανιστάν και στη Γουϊνέα-Μπισάου ήταν 43 χρόνια και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ $700-750.

Η μεγάλη διαφορά οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι χώρες με υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης πέτυχαν να μειώσουν σημαντικά τη βρεφική θνησιμότητα. Έχει διαπιστωθεί ότι όσο αυξάνει το ΑΕΠ, τόσο μειώνεται η βρεφική και νεογνική θνησιμότητα κατά μέσο όρο.

Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, αύξηση κατά 10% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα επιφέρει μείωση της βρεφικής θνησιμότητας κατά 1,7%, της νεογνικής κατά 2,0% και της όψιμης βρεφικής κατά 6,4%. Συνολικά, έχει εκτιμηθεί ότι το πιο πλούσιο 1/5 του πληθυσμού της Γης ζει κατά μέσον όρο 22 χρόνια περισσότερο από το πιο φτωχό 1/5.


Η σχέση, όμως, μεταξύ υγείας και οικονομίας δεν είναι μονοσήμαντη, ούτε γραμμική. Το κυρίαρχο οικονομικό επιχείρημα ότι μπορούμε να είμαστε υγιείς μόνο σε μια υγιή και πλούσια οικονομία δεν αποδίδει πλήρως το πραγματικό περιεχόμενο της σχέσης αυτής.

Ούτε η συνεχής οικονομική ανάπτυξη αποτελεί από μόνη της εγγύηση για τη βελτίωση του επιπέδου υγείας. Η υγεία συναρτάται άμεσα με τον πλούτο μιας χώρας όσο η χώρα αυτή δεν έχει υπερβεί ένα ορισμένο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, που οι οικονομολόγοι της υγείας το υπολογίζουν γύρω στα $5.000 κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Το όριο των $5.000 κατά κεφαλήν χαρακτηρίζεται συνήθως από την επιδημιολογική μετάβαση από τη νοσηρότητα των λοιμωδών νοσημάτων στη νοσηρότητα της ‘αφθονίας’ (καρδιαγγειακά, καρκίνοι, άλλα χρόνια εκφυλιστικά νοσήματα).

Πάνω από το όριο αυτό παρατηρείται ασθενής συσχέτιση μεταξύ ΑΕΠ και υγείας
Η ασθενής συσχέτιση μεταξύ ΑΕΠ και υγείας στις πλούσιες χώρες οφείλεται στο γεγονός ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν απεικονίζει όλους αυτούς τους κοινωνικούς παράγοντες που σχετίζονται με τη διάρθρωση της οικονομίας, με το πώς το εισόδημα ή ο πλούτος παράγεται από την οικονομία μιας χώρας, και κυρίως με το πώς αυτός ο πλούτος κατανέμεται στον πληθυσμό.

Η πραγματική επίδραση της οικονομίας στη διαμόρφωση του επιπέδου υγείας ενός πληθυσμού μπορεί να εκτιμηθεί σωστά μόνο μέσα από το πρίσμα δύο καθοριστικών δομών κάθε κοινωνίας: του τρόπου οργάνωσης της οικονομίας και της μορφής κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε σχέση με την παραγωγή.

Για τις πιο πλούσιες χώρες, που έχουν εξασφαλίσει τους απαραίτητους υλικούς πόρους, η περαιτέρω βελτίωση της υγείας συναρτάται πρωτίστως με τη δίκαιη κατανομή του πλούτου και την ύπαρξη κοινωνικής συνοχής.

Όσο πιο πλούσια είναι μια χώρα, τόσο περισσότερα μπορεί να δαπανά για την υγεία, εξασφαλίζοντας επαρκείς και αποτελεσματικές υπηρεσίες υγείας. Περιορισμοί στις δαπάνες έχουν αρνητικά αποτελέσματα όχι μόνο στην επάρκεια των υπηρεσιών υγείας, αλλά και στην πρόσβαση, στη φροντίδα, στην ελευθερία επιλογής, δηλαδή σε όλα όσα αποτελούν ποιοτικά στοιχεία της παρεχόμενης περίθαλψης.

Μέχρι το 1980, στο ερώτημα τι ποσοστό του ΑΕΠ πρέπει να ξοδεύεται για την υγεία η ομόφωνη απάντηση θα ήταν ‘όσο γίνεται μεγαλύτερο’. Από το 1980 όμως, οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες έχουν σταθεροποιήσει το ποσοστό του ΑΕΠ που ξοδεύεται για την υγεία μεταξύ 7 και 10%.

Αυτό ισχύει τόσο για τα εθνικά συστήματα υγείας, όσο και γι’ αυτά που στηρίζονται στην ασφάλιση. Αντίθετα, οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες επιθυμούν να αυξήσουν το σχετικό ποσοστό, το οποίο τα τελευταία χρόνια κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα (από 2 έως 4%).

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανάται για την υγεία ήταν το 2002 9,3% (5,1% δημόσιες δαπάνες και 4,2% ιδιωτικές).

Ενώ, όμως, κάτω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο οι δαπάνες υγείας επιδρούν θετικά στο προσδόκιμο ζωής, το αντίθετο δεν ισχύει. Η υγεία δεν συνεχίζει να βελτιώνεται όταν οι δαπάνες υγείας συνεχίζουν να αυξάνουν πάνω από ορισμένο επίπεδο.

Ισχύει κάτι αντίστοιχο, δηλαδή, με ό,τι συμβαίνει με την επίδραση του ΑΕΠ στο προσδόκιμο ζωής στις πλούσιες χώρες.

Για τον ίδιο λόγο, ενώ το προσδόκιμο ζωής συγκλίνει στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ, χώρες που ξοδεύουν περισσότερα μπορεί να έχουν χειρότερα αποτελέσματα. Το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου δαπανάται για τη υγεία το 15% περίπου του ΑΕΠ ενισχύει αυτή τη διαπίστωση, καθώς ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν βρεφική θνησιμότητα κατά 30-40% χαμηλότερη από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών.