Όπως ήδη αναφέραμε σε άλλο άρθρο για τη σχέση της οικονομίας με την υγεία, η αποκλειστική χρήση ως κριτήριο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δεν εκφράζει τη διάρθρωση της οικονομίας, δεν προσμετρά τις κοινωνικές δαπάνες ως πόρο ανάπτυξης και πλούτου, αγνοεί τις περιβαλλοντικές ή τις παθογόνες επιπτώσεις της παραγωγής, ενσωματώνει τις εξωτερικές αρνητικές οικονομικές εξελίξεις.

Γι’ αυτό, ορισμένοι οικονομολόγοι, τα τελευταία χρόνια έχουν προχωρήσει στη διαμόρφωση, εναλλακτικών προς το ΑΕΠ κριτηρίων μέτρησης της κοινωνικοοικονομικής ευμάρειας.

Για τις αναπτυγμένες χώρες συχνά χρησιμοποιείται ο δείκτης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης (Socio-Economic Status, SES). Το SES αξιολογεί εισόδημα, επάγγελμα, εκπαίδευση, προσδιορίζοντας πολύπλευρα τη σχέση του ατόμου με την οικονομία.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΗΕ χρησιμοποιούν το δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης (Human Development Index), που συνδυάζει το ΑΕΠ, το προσδόκιμο ζωής και το επίπεδο εκπαίδευσης.

Τα τελευταία χρόνια, οι καλύτεροι δείκτες υγείας παρατηρούνταν σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Σουηδία, που απολαμβάνουν τα αγαθά μιας εύρωστης οικονομίας με πλήρη σχεδόν απασχόληση. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισλανδία και η Ιταλία έχουν μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής απ' ό,τι πλουσιότερες χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία.

Εξάλλου στην Κίνα, η οποία σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα έχει μέσο εισόδημα που μετά βίας φτάνει το 2% του αντίστοιχου των ΗΠΑ, το προσδόκιμο ζωής ήταν το 1990 σχεδόν ίσο με αυτό των ΗΠΑ το 1970.

HΠΑ

Οι ΗΠΑ, ενώ έχουν το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, παρουσιάζουν τους χειρότερους δείκτες υγείας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι δείκτες βρεφικής θνησιμότητας αυξήθηκαν σε 11 Πολιτείες και σε πολλές γειτονιές των αμερικανικών μεγαλουπόλεων.

Η αύξηση αυτή είχε ασφαλώς σχέση με τη φτώχια που έφερε η οικονομική ύφεση του 1982. Όμως, οι βασικές αιτίες ανάγονται στις περικοπές των κοινωνικών παροχών και των διατροφικών προγραμμάτων που αποφάσισε η τότε αμερικανική κυβέρνηση.

Τα τελευταία χρόνια, 25 εκατ. άνθρωποι ζουν στις ΗΠΑ κάτω από το όριο της φτώχιας και μάλιστα ο αριθμός αυτός προβλέπεται ότι θα αυξάνει όσο οι βασικές κοινωνικές και οικονομικές επιλογές θα παραμένουν αναλλοίωτες.

Στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης το προσδόκιμο ζωής μειώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, που υπήρξε περίοδος οικονομικής ύφεσης και κρίσης για τις χώρες αυτές. Παράλληλα, η ραγδαία αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων οδήγησε σε μείωση του προσδόκιμου ζωής την περίοδο 1989-95 κατά 5 χρόνια στις επτά από τις δεκαοκτώ νεοϊδρυθείσες Δημοκρατίες.

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της Ελλάδας, η οποία, ενώ έχει μικρότερο ΑΕΠ από άλλες αναπτυγμένες χώρες, οι κάτοικοί της έχουν πολύ καλύτερους δείκτες υγείας. Χάρη στο κλίμα, τη μεσογειακή διατροφή, τη ζωή στην ύπαιθρο, κ.τ.λ., οι Έλληνες είμαστε από τους πιο μακρόβιους λαούς στον κόσμο και η βρεφική θνησιμότητα στη χώρα μας πλησιάζει τα χαμηλά επίπεδα των δυτικοευρωπαϊκών χωρών.

Ελλάδα

Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα η βρεφική θνησιμότητα επηρεάστηκε διαχρονικά από την οικονομική ανάπτυξη περισσότερο απ’ ό,τι η νεογνική θνησιμότητα. Κι αυτό γιατί η τελευταία εξαρτάται περισσότερο από τις παρεχόμενες ιατρικές φροντίδες και λιγότερο από ευρύτερους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, που καθορίζουν το βιοτικό επίπεδο, το εκπαιδευτικό επίπεδο, τις συνθήκες κατοικίας, υγιεινής, ύδρευσης, αποχέτευσης, κ.λπ.

Ενώ, όμως, οι δείκτες υγείας δεν παρουσιάζουν ισχυρή συσχέτιση με το ΑΕΠ των πλούσιων χωρών, σχετίζονται σημαντικά με οικονομικές διαφορές που παρατηρούνται στον πληθυσμό της ίδιας χώρας.

Σε μεγάλη έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1984-85 στη Μ. Βρετανία διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές ως προς όλες τις διαστάσεις της υγείας (σωματική, ψυχική, κοινωνική) ανάλογα με το εισόδημα. Οι διαφορές στην υγεία επηρεάζονταν περισσότερο από το εισόδημα τους άνδρες παρά τις γυναίκες, και ιδιαίτερα στις ηλικίες 40-59 ετών.

Γι' αυτή την ηλικιακή κατηγορία των ανδρών η επίδραση του εισοδήματος στην υγεία ήταν σαφώς μεγαλύτερη απ' ό,τι η επίδραση της κοινωνικής τάξης, που αντικατοπτρίζει περισσότερο την επαγγελματική κατηγορία. Το ίδιο, αλλά σε μικρότερο βαθμό, ίσχυε και για τις άλλες πληθυσμιακές κατηγορίες πλην των νέων γυναικών, στις οποίες η κοινωνική τάξη επηρέαζε την υγεία περισσότερο απ΄ ό,τι το εισόδημα.

Επίσης, διαπιστώθηκε ότι για τους πολύ πλούσιους, οι δείκτες υγείας παρουσίαζαν επιδείνωση όσο αύξανε το εισόδημα. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με την επίδραση που ασκούν διάφορες ανθυγιεινές συνήθειες στην υγεία. Στην ίδια χώρα, το 1994, διαπιστώθηκε ότι το φτωχότερο 10% του πληθυσμού παρουσίαζε τετραπλάσια θνησιμότητα απ' ό,τι το πλουσιότερο 10%.

Στις ΗΠΑ, όπου υπάρχουν μεγάλες οικονομικές ανισότητες, ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της μεγάλης έρευνας MRFIT (Multiple Risk Factor Intervention Trial) ήταν η ισχυρή συσχέτιση που παρουσίαζαν οι δείκτες θνησιμότητας με τις δεκατρείς εισοδηματικές κατηγορίες στις οποίες είχε χωριστεί ο πληθυσμός των 300.000 λευκών ανδρών της μελέτης.

Εξάλλου, οι Πολιτείες των ΗΠΑ με τις μεγαλύτερες οικονομικές ανισότητες παρουσιάζουν και το μικρότερο προσδόκιμο ζωής. Η ύπαρξη ισχυρής συσχέτισης μεταξύ εισοδήματος και υγείας στην ίδια χώρα μπορεί να ερμηνευτεί με βάση όχι το απόλυτο αλλά το σχετικό εισόδημα, το οποίο παραπέμπει στους κοινωνικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν.

Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες μείωσαν το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε συνθήκες σχετικής φτώχιας (όπως η Γαλλία και η Ελλάδα) παρουσίασαν μεγαλύτερη αύξηση του προσδόκιμου ζωής απ' ό,τι χώρες όπου η σχετική φτώχια αυξήθηκε.

Σε άλλη μελέτη, που περιλάμβανε εννέα βιομηχανικές χώρες, η σειρά κατάταξης με βάση τις οικονομικές ανισότητες αντιστοιχούσε στη σειρά κατάταξης με βάση τις διαφορές στους δείκτες θνησιμότητας. Έχει επίσης διαπιστωθεί, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Μ.

Βρετανία, ότι κατά τη δεκαετία του 1980, οπότε διευρύνθηκαν οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες λόγω της πολιτικής των κυβερνήσεων Ρήγκαν και Θάτσερ αντίστοιχα, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στο ρυθμό βελτίωσης του προσδόκιμου ζωής.

Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει η διαπίστωση ότι, αν παραμείνει σταθερό το εισόδημα του πιο φτωχού 20% του πληθυσμού και αυξηθεί το εισόδημα του πιο πλούσιου 5%, μεγαλώνοντας έτσι την ψαλίδα, θα αυξηθεί και η βρεφική θνησιμότητα.

Τελικά, το απόλυτο εισόδημα παίζει σημαντικό ρόλο πριν από τη σύγχρονη νοσολογική μετάβαση (κατά την περίοδο, δηλαδή, που η έλλειψη βασικών αγαθών εκθέτει την υγεία στις απειλές των λοιμωδών νοσημάτων), ενώ το σχετικό εισόδημα επιδρά πιο αποφασιστικά μετά τη μετάβαση, όταν πλέον ικανοποιούνται στοιχειωδώς οι βασικές ανάγκες της πλειοψηφίας του πληθυσμού, όπως η διατροφή, η στέγαση, η θέρμανση, κ.ά.

Η συσχέτιση οικονομικών ανισοτήτων και υγείας στην ίδια χώρα γίνεται ακόμα πιο αισθητή όταν μελετάται η κατανομή του εισοδήματος σε όλον τον πληθυσμό και δεν περιορίζεται η σύγκριση μόνο μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται κοινωνικοοικονομικοί δείκτες, όπως ο δείκτης Gini, που στις μηδενικές τιμές του όλοι έχουν το ίδιο εισόδημα, ενώ στις ανώτερες τιμές του όλο το εισόδημα πάει σε ένα μόνο άτομο.

Χώρες όπως η Σουηδία, η Ολλανδία και η Νορβηγία, που παρουσίαζαν τις μικρότερες τιμές του δείκτη Gini, είχαν πολύ μεγαλύτερο προσδόκιμο επιβίωσης από χώρες με μεγάλο δείκτη Gini, όπως η Γερμανία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία. Τα δεδομένα αυτά έχουν τροποποιηθεί τα τελευταία 30 χρόνια και το γεγονός ότι η Ιαπωνία παρουσιάζει στα τέλη της δεκαετίας του 1990 το μεγαλύτερο προσδόκιμο επιβίωσης στον κόσμο σχετίζεται με το γεγονός ότι είναι πλέον και η χώρα με τις μικρότερες οικονομικοκοινωνικές ανισότητες.

Μάλιστα, η μείωση των οικονομικών ανισοτήτων μπορεί να βελτιώνει περισσότερο την υγεία των φτωχότερων στρωμάτων, αλλά ταυτόχρονα επιδρά θετικά και στην υγεία του υπόλοιπου πληθυσμού. Αν και το ακριβές μέγεθος της θετικής αυτής επίδρασης δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα, έχει υποστηριχθεί ότι η υγεία των πολύ πλούσιων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, χειροτερεύει με την περαιτέρω αύξηση του εισοδήματος, θα μπορούσε να βελτιωθεί μέσω της ανακατανομής του εισοδήματος υπέρ των φτωχών!