Τίποτα δεν ξεκινά

Και τίποτα δεν τελειώνει

Που να μην ξεπληρώνεται με πόνο

Γιατί γεννιόμαστε μέσα στον πόνο

Francis Thompson

(1859-1907)

Η ομορφιά, ως κάτι προσωπικό και οπτικό, αποτελεί μια από τις κύριες ‘αξίες’ της σύγχρονης εποχής και η απόκτησή της απασχολεί όλο και περισσότερο τα σύγχρονα άτομα. Το όμορφο ανάγεται σε κάτι επιθυμητό και πολύτιμο και πολλές φορές η ομορφιά ταυτίζεται με τη νεότητα και την υγεία : ‘νεότητα = ομορφιά = υγεία’ (Featherstone, 1991).

Στη σύγχρονη εποχή αποδίδεται μεγάλη σημασία στην εξωτερική επιφάνεια του σώματος και η επιθυμία των σύγχρονων ατόμων, στις μέρες μας, για τροποποίηση του σώματός τους είναι μεγαλύτερη από ποτέ, υπερνικώντας πολλές φορές ακόμα και τον πόνο.

Ιδιαίτερο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει, έτσι, η μελέτη της βίωσης του πόνου στο πλαίσιο της αισθητικής χειρουργικής, όπου ο πόνος προκαλείται για την απόκτηση του ‘αγαθού’ της ομορφιάς και όχι για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας.

Άτομα που υποβλήθηκαν σε όλων των ειδών τις αισθητικές επεμβάσεις μου περιέγραψαν πώς βίωσαν τον πόνο σε συνεντεύξεις που πραγματοποίησα για τη διδακτορική μου διατριβή. Παρόλο που δεν είναι εύκολο να οριστεί ένα κατεξοχήν υποκειμενικό βίωμα, όπως είναι ο πόνος, ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ορισμός που έδωσε το 1979 η Διεθνής Εταιρεία για τη Μελέτη του Πόνου (IASP), σύμφωνα με την οποία ως πόνος θεωρείται ‘μια δυσάρεστη αισθητηριακή και συναισθηματική εμπειρία που συνδέεται με πραγματική ή πιθανή βλάβη ιστών ή απλώς περιγράφεται ως τέτοια’.

Οι περισσότεροι υποβληθέντες σε αισθητικές επεμβάσεις που έλαβαν μέρος στην έρευνα αψηφούν τον πόνο, δεν δίνουν σημασία στην ύπαρξή του προκειμένου να αποκτήσουν την επιθυμητή εικόνα του σώματός τους. Σε πολλές περιπτώσεις τα άτομα αναπτύσσουν διάφορες στρατηγικές και τεχνικές διαχείρισης του πόνου, αποδίδοντας τη μειωμένη αίσθηση του πόνου στην ανθεκτικότητά τους ή στην αποφασιστικότητα του χαρακτήρα τους.

Η βίωση του πόνου στο πλαίσιο της πραγματοποίησης αισθητικών επεμβάσεων μπορεί κάποιες φορές να συνοδεύεται και από συναισθήματα ντροπής και ενοχής για τον ‘πόνο της ομορφιάς’. Έτσι, ιδιαίτερα οι γυναίκες προτιμούν να σιωπούν και να υπομένουν στωικά τον πόνο που προκαλείται από τις αισθητικές επεμβάσεις, παρά να μιλούν γι’ αυτόν και να τον δημοσιοποιούν.

Άλλοι υποβληθέντες σε αισθητικές επεμβάσεις εκμηδενίζουν πλήρως τον πόνο, από τη στιγμή που η υποβολή τους στην αισθητική επέμβαση πραγματοποιείται όχι από ανάγκη για την αντιμετώπιση κάποιας ασθένειας αλλά από προσωπική τους επιλογή.

Πολλά από τα άτομα που υποτιμούν τον πόνο πιστεύουν ότι αν πραγματοποιούσαν τις συγκεκριμένες επεμβάσεις για λόγους υγείας θα πονούσαν περισσότερο. Μια άλλη στάση απέναντι στον πόνο είναι, επίσης, η πλήρης άρνησή του, με κάποιους υποβληθέντες σε αισθητικές επεμβάσεις να αποσυνδέουν τη διαδικασία της αισθητικής χειρουργικής από οποιοδήποτε αρνητικό συναίσθημα, εστιάζοντας μόνο στη θετική πλευρά των αισθητικών τους επεμβάσεων και στα οφέλη που προσδοκούν ότι θα αποκομίσουν από αυτές.

Η περίοδος της ανάρρωσης και τα προβλήματα που τη συνοδεύουν έκανε πολλά άτομα της έρευνας να αναρωτηθούν αρχικά αν πήραν τη σωστή απόφαση, αφού αρκετοί ήταν αυτοί που ένιωσαν ότι εκούσια τραυμάτισαν άδικα τον εαυτό τους.

Ωστόσο, κανένας δεν μετάνιωσε για την απόφασή του και όλοι ανέφεραν ότι ακόμα και να μπορούσαν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω θα υποβάλλονταν ξανά στην ίδια αισθητική επέμβαση. Αξιοσημείωτο είναι ότι τον πόνο αψήφησαν, εκμηδένισαν ή αρνήθηκαν όχι μόνο οι υποβληθέντες των οποίων η μετεγχειρητική πορεία εξελίχτηκε ομαλά, αλλά ακόμα και αυτοί που είχαν επιπλοκές ή χρειάστηκαν επανορθωτικές επεμβάσεις μετά την πραγματοποίηση της αισθητικής τους επέμβασης.

Ακόμα και κάποια άτομα που βίωσαν την αισθητική χειρουργική ως μια πλήρως αρνητική εμπειρία, θεώρησαν την αποτυχία τους ως μια στατιστική εξαίρεση στον κανόνα, υποβιβάζοντας τα προβλήματα και τη συνολική ταλαιπωρία που υπέστησαν.

Συμπερασματικά, για τους περισσότερους υποβληθέντες σε αισθητικές επεμβάσεις η μη εκφρασιμότητα του πόνου συνδέθηκε με την ανάγκη τους να ξεπεράσουν τα αρνητικά συναισθήματα που τους προκαλούσε το μέρος του σώματός τους που θεωρούσαν ότι χρειαζόταν τροποποίηση.

Η δυσαρέσκεια που τους προκαλούσε η εικόνα του σώματός τους, δηλαδή, ήταν γι’ αυτούς τόσο δυσβάστακτη, ώστε ακύρωσαν τον σωματικό πόνο προκειμένου να υλοποιήσουν την επιθυμία τους για μια πιο όμορφη και ελκυστική εξωτερική εμφάνιση.

Η ιδεατή εικόνα του εαυτού που οι υποψήφιοι για αισθητική επέμβαση έχουν στο μυαλό τους, τους οδηγεί σε μια διαδικασία δοκιμασίας του σώματός τους και την καθυπόταξή του στο πνεύμα. Κανένας δεν θέλει να τον ‘προδώσει’ το σώμα του στην προσπάθειά του για την κατάκτηση της ομορφιάς.