Το βρογχικό άσθμα, στην ουσία είναι μια κοινή πάθηση του αναπνευστικού, που χαρακτηρίζεται από διάφορα επαναλαμβανόμενα συμπτώματα, όπως συριγμό, βήχα, αίσθημα σύσφιξης στο θώρακα και δύσπνοια.

Το βρογχικό άσθμα διακρίνεται σε δυο κύριες κατηγορίες:

α. Το εξωγενές άσθμα. Εμφανίζεται στην παιδική ηλικία και έχει σαν αιτία εξωγενείς αλλεργιογόνους παράγοντες, όπως η σκόνη, η γύρη, το τρίχωμα γάτας και τα οικιακά ακάρεα. Ακόμα μπορεί να εμφανιστεί και από τον κρύο αέρα ή τον καπνό του τσιγάρου. Το μεγαλύτερο ποσοστό παιδιών που πάσχουν από το εξωγενές άσθμα θεραπεύεται σταδιακά ή ακόμα ζει χωρίς να χρειάζεται ιατρική βοήθεια, απλά αποφεύγοντας το υπεύθυνο αλλεργιογόνο.
β. Το ενδογενές άσθμα. Σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στο εξωγενές, δεν ανευρίσκεται κανένας παράγοντας που να θεωρείται υπεύθυνος για την πρόκλησή του. Η αιτία του είναι άγνωστη και για αυτό θεωρείται ψυχοσωματική διαταραχή.

Έτσι λοιπόν, μία επιβαρυμένη συναισθηματική κατάσταση, μπορεί να απορυθμίσει τη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος και να προκληθεί σύσπαση των βρόγχων και άσθμα. Επίσης, η ψυχαναλυτική και ψυχοσωματική έρευνα, συνέδεσε το συνεχές παιδικό άγχος από μια αμφίβολη σχέση μητέρας- παιδιού, με τη μετέπειτα γένεση του άσθματος καθαρά ως ψυχοσωματική διαταραχή.

Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι το ενδογενές βρογχικό άσθμα, είναι μία από τις πιο γνωστές ψυχοσωματικές διαταραχές και το οποίο, με τα σημεία και τα συμπτώματα της δύσπνοιας που το συνοδεύουν, χρήζει άμεσης στήριξης από την ψυχοσωματική ιατρική. Έτσι η επιστημονική ενασχόληση βλέπει πώς ψυχικά φαινόμενα επηρεάζουν το σώμα αλλά και το πώς σωματικές καταστάσεις πυροδοτούν ψυχικές ενοχλήσεις.

Τα άτομα που πάσχουν από ενδογενές βρογχικό άσθμα υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αμφίθυμης συναισθηματικής εξάρτησης από ένα μητρικό αντικείμενο. Καθετί που ''απειλεί'' μία τέτοια εξάρτηση προκαλεί άγχος, το οποίο εκφράζεται με μία ασθματική κρίση. Η απειλή, στην ανωτέρω περίπτωση, προέρχεται από ερωτικές επιθυμίες, που έχουν αποκτήσει μία στενή σύνδεση με τον φόβο, ότι θα απορριφθούν από την μητέρα.

Το άτομο αισθάνεται, ότι τα ερωτικά του συναισθήματα, αρχικά προς την ίδια του την μητέρα και αργότερα προς οποιοδήποτε αντικείμενο αγάπης, απειλούν τον δεσμό του μαζί της.

Οι ασθματικές κρίσεις μπορούν να θεωρηθούν ως μία αναστολή της αναπνευστικής οδού, που του χρησίμευε για την επικοινωνία των επιθυμιών του όταν ήταν παιδί είτε με το κλάμα είτε με την αξιολόγηση.

Η διακαής επιθυμία του ασθματικού ατόμου να εξομολογηθεί και να κλάψει, διακείμενη από άγχος, αναστέλλεται από ένα παρόμοιο άγχος μήπως η εξομολόγησή του απορριφθεί. Ωστόσο μία τέτοια αναστολή μπορεί να οδηγήσει σε ασθματική κρίση μόνο με την προϋπόθεση μιας αλλεργικής ευαισθησίας.

Εν κατακλείδι, το βρογχικό άσθμα, ως ψυχοσωματική διαταραχή, προσφέρεται τόσο στην ψυχανάλυση όσο και στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, η αποτελεσματικότητα όμως της κάθε θεραπείας εξαρτάται από το είδος της υποδομής της εκάστοτε προσωπικότητας.