Το πρότυπο του ελεγκτικού γονέα είναι σχεδόν επιδημικό στην ελληνική κοινωνία, τόσο που σχεδόν να θεωρείται πια φυσιολογικό και δεδομένο…

Μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, ο έλεγχος, καλυμμένος πίσω από έναν μανδύα ψευδο-προστασίας και διαστρεβλωμένου ενδιαφέροντος. Η ελεγκτική συμπεριφορά του γονιού δεν σταματά με την ενηλικίωση ή το γάμο του παιδιού, απεναντίας πολλές φορές εντείνεται.

Η δυσκολία του ενήλικου τέκνου να αντισταθεί στην ελεγκτική συμπεριφορά του γονιού διογκώνεται και περιπλέκεται, ειδικά όταν δεν έχει αναγνωρίσει και δεν έχει επιλύσει τα παιδικά τραύματα από τον έλεγχο του γονιού ή δεν έχει εργαστεί για να αποκτήσει την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθηση ώστε να μπορέσει ως ενήλικας να αντισταθεί στις πιέσεις των άλλων. Χωρίς επίγνωση, συνεχίζει να ελέγχεται για μια ζωή (ακόμη και μετά το θάνατο του γονιού), ενώ συχνά μεταδίδει το μοτίβο του ελέγχου επιλέγοντας ελεγκτικό σύντροφο ή ασκώντας καταπιεστικό έλεγχο στα δικά του παιδιά.

Σήμερα δε, πολλοί ενήλικες εξαναγκάζονται λόγω της οικονομικής δυσπραγίας να συγκατοικούν με τους γονείς τους και να εξαρτώνται και οικονομικά από αυτούς, οπότε είναι ακόμη πιο ευάλωτοι στον έλεγχο. Όχι μόνο λόγω των πρακτικών συνθηκών, αλλά και λόγω της μείωσης της αυτοπεποίθησης που ενίοτε (αλλά όχι απαραίτητα) συνοδεύει την ανεργία.

Στην ελληνική κοινωνία, αυτού του είδους ο έλεγχος είναι γενικά αποδεκτός. Κάποια μικροπειράγματα γίνονται για την ηλικιωμένη μαμά που θέλει να μπλέκεται στα πόδια του νεαρού ζευγαριού, όμως θεωρείται αποδεκτό ‘τίμημα’ του να έχει κάποιος γονείς που ενδιαφέρονται. Λίγο σκεφτόμαστε τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην αυτογνωσία και αυτοεκτίμηση του ατόμου και της δικής του οικογένειας. Το ζεύγος στην ελληνική κοινωνία επενδύει πάρα πολύ στα παιδιά, ενίοτε με μη υγιείς τρόπους, καθώς οι γονείς έχουν από αυτά προσδοκίες δικαίωσης και νοηματοδότησης της δικής τους ζωής. Ταυτόχρονα, οι ελεγκτικοί γονείς επιδιώκουν από τα επιτεύγματα του παιδιού τους να αντλήσουν αυτοεκτίμηση για αυτά που ενδεχομένως ήθελαν αλλά δεν κατάφεραν οι ίδιοι. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πώς είναι δυνατόν να αφήσουν το παιδί να είναι ο εαυτός του;

Τι μπορεί να κάνει λοιπόν το ενήλικο (ή μεσήλικο!) τέκνο, του οποίου ο γονιός εξακολουθεί να ανακρίνει και να κατακρίνει την κάθε επιλογή;

Η πρώτη και ουσιαστικότερη αλλαγή είναι πάντα εσωτερική. Αυτό είναι το πρώτο θετικό μήνυμα γιατί τον εσωτερικό μας κόσμο- μπορούμε να τον καθορίσουμε εμείς, ακόμη κι όταν δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις εξωτερικές συνθήκες. Για παράδειγμα, με την κατάλληλη αυτογνωσία και στήριξη ένα άτομο που μένει στο ίδιο σπίτι με ελεγκτικούς γονείς μπορεί να αποστασιοποιείται πιο αποτελεσματικά από κάποιον άλλον που ενώ μένει σε διαφορετική πόλη, αρκεί ένα απλό μήνυμα του ελεγκτικού γονιού, για να οδηγηθεί σε πλήρη σύγχυση, θυμό και αυτό-αμφιβολία.

Αν είσαι ενήλικος και έχεις ελεγκτικούς γονείς, το πρώτο είναι να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου, έχεις δικαίωμα να διαφωνείς με τους γονείς σου, έχεις δικαίωμα να κάνεις πράγματα που δεν εγκρίνουν οι γονείς σου και έχεις δικαίωμα να ΜΗΝ τους ενημερώνεις για θέματα που δεν τους αφορούν. Έχεις δικαίωμα στην ιδιωτική σου ζωή και στον ιδιωτικό σου χώρο και έχεις δικαίωμα να είσαι διαφορετικός από τους γονείς σου. Αν είσαι διαφορετικός από τους γονείς σου ούτε θα καταστραφείς, ούτε θα τους καταστρέψεις. Έχεις δικαίωμα να ελευθερωθείς από το νοητικό τους έλεγχο, ακόμη και αν σε κάποια πρακτικά πράγματα τους χρειάζεσαι ακόμη. Σκέψου ότι οι γονείς σου δεν είναι αλάνθαστοι, όχι περισσότερο από εσένα, άρα δεν έχουν μεγαλύτερη δικαιοδοσία να κρίνουν τι είναι σωστό και τι λάθος στη δική σου ζωή. Δεν σημαίνει πως ό,τι λένε είναι λάθος, αλλά εσύ θα έχεις την τελική κρίση για το τι είναι σωστό – όχι εκείνοι.

Ένας άλλος τρόπος να πειστείς μέσα σου ότι θα πρέπει να βρεις τη δική σου αλήθεια και να ακούσεις τη δική σου φωνή είναι ότι οι γονείς κάποια στιγμή θα φύγουν από τη ζωή. Ποιος θα αναλάβει τη ευθύνη για τις επιλογές σου τότε; Εκείνοι δεν θα είναι εκεί για να τους ζητήσεις εξηγήσεις, αν οι οδηγίες τους αποβούν λανθασμένες! Τουλάχιστον αν ακούσεις την εσωτερική σου φωνή, θα έχεις την ικανοποίηση ότι έκανες το καλύτερο που μπορούσες και ήσουν αυθεντικός στα πιστεύω σου. Αν όχι, θα ζήσεις την υπόλοιπη ζωή σου με πικρία γιατί κάποιος άλλος σε παραπλάνησε. Όμως είσαι ενήλικος και οφείλεις στον εαυτό σου να αναλάβεις εσύ την ευθύνη της ζωής σου- όσο και αν εκείνοι δεν θέλουν να σε αφήσουν να ενηλικιωθείς.

Μια καλή ιδέα για την καλλιέργεια της αυτογνωσίας, αλλά και των υγιών ορίων, που είναι απαραίτητα για την αντίσταση στον έλεγχο των γονιών είναι να κρατάς ένα προσωπικό ημερολόγιο. Η καταγραφή των σκέψεων και συναισθημάτων θα σε βοηθήσει να διατηρήσεις μια υγιή αίσθηση της ταυτότητάς σου και να ανακαλύψεις τι πραγματικά θες, ώστε να μην παραπαίεις ανάμεσα στην υποταγή σε αυτό που θέλουν οι γονείς σου και στο ακριβώς αντίθετο. Επίσης, ένας ή δύο πιστοί φίλοι (ανεξαρτητοποιημένοι οι ίδιοι) θα σε βοηθήσουν να έχεις μια πιο αντικειμενική οπτική. Η συζήτηση με τους φίλους μπορεί να βοηθήσει πολύ όταν νιώθεις ότι καταβάλλεσαι από τις παρεμβάσεις των γονιών. Άτομα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος δεν είναι πάντα η πιο κατάλληλη επιλογή -εκτός και αν έχουν πλήρως αποστασιοποιηθεί- καθώς μπορεί να έχουν άλλη ‘ατζέντα’ στη σχέση με τους γονείς σου και να προσπαθούν να κρατήσουν ‘ισορροπίες’ από τη δική τους σκοπιά.

Σε πρακτικό επίπεδο, αν οι γονείς σου είναι ιδιαίτερα ελεγκτικοί και αρνούνται κάθε λογική συζήτηση οριοθέτησης, μη μοιράζεσαι σημαντικές προσωπικές πληροφορίες μαζί τους. Μην αποζητάς κατανόηση ή έγκριση από εκείνους. Κράτησε τα σημαντικά πράγματα (θετικά κι αρνητικά) για τον εαυτό σου και τους πιστούς σου φίλους, γιατί ο ελεγκτικός γονιός θα χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία για να σε χειριστεί.

Οι ελεγκτικοί γονείς θα επιμείνουν να ρωτούν, να παρεμβαίνουν, να σου λένε τι να κάνεις, ακόμη και να διατάζουν, ενίοτε σε σημείο που να αγγίζει την κακοποίηση. Σε όλα αυτά, προσπάθησε να κρατάς την αλληλεπίδραση στο ελάχιστο δυνατό- μην ανταπαντάς, μη μπαίνεις σε διάλογο, μην αντικρούεις με επιχειρήματα, καθώς ο ελεγκτικός γονιός θα τα χρησιμοποιήσει αυτά ως λαβή για να ασκήσει ακόμη περισσότερο έλεγχο. Στις επίμονες ερωτήσεις, δίνε σύντομες, ασαφείς, γενικόλογες απαντήσεις, χωρίς να θρέφεις περαιτέρω συζήτηση.

Ακόμη και αν φαίνεται να συμφωνείς, όταν είναι ο μόνος τρόπος να σε αφήσουν να ηρεμήσεις, είναι σημαντικό να είσαι ξεκάθαρος μέσα σου για τα δικά σου πιστεύω. Αν γίνονται κακοποιητικοί, προειδοποίησέ τους και διέκοψε την επικοινωνία/ συνάντηση. Κλείσε το τηλέφωνο ή φύγε. Μπορεί να ακούγεται σκληρό, ιδιαίτερα για κάποιον που δεν ποτέ αμφισβητήσει ή αντιταχθεί στους γονείς του, αν όμως δείχνουν έλλειψη σεβασμού στο πρόσωπό σου, δείξε εσύ σεβασμό στον εαυτό σου, με την απομάκρυνσή σου (συναισθηματική ή φυσική, ανάλογα με τις συνθήκες). Βεβαίως, όταν υπάρχει η ανάγκη για πρακτική βοήθεια, π.χ. φύλαξη παιδιών από τη γιαγιά, η οριοθέτηση γίνεται πιο περίπλοκη, αλλά και πάλι το γεγονός ότι έχεις ανάγκη από πρακτική βοήθεια δεν σημαίνει ότι ο γονιός έχει το δικαίωμα να παραβιάζει τα όρια της δικής σου ζωής.

Μπορείς να ξεκαθαρίσεις τα όρια και τη συμφωνία, π.χ. ‘ θα μου κρατάς τα παιδιά, θα σου κάνω τα ψώνια’ , και να τους υπενθυμίζεις αυτά τα όρια κάθε φορά που τα καταπατούν. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα τα σεβαστούν, αλλά είναι σημαντικό για εσένα να επιμείνεις. Προσπάθησε να βρεις ποια είναι η ανάγκη σε εκείνους που τους κάνει τόσο ελεγκτικούς (φόβος, συνήθεια, χαμηλή αυτό-εκτίμηση) και ίσως αυτή η αναγνώριση σε βοηθήσει να τους αντιμετωπίσεις διαφορετικά. Αν είναι ανοιχτοί να το διερευνήσουν, μπορείς να το συζητήσεις μαζί τους σε μια ήρεμη στιγμή. Αν όχι, δεν μπορείς να τους αλλάξεις.

Το μοτίβο του ελέγχου συγχέει τα όρια και διαστρεβλώνει την ανάληψη ευθύνης, που είναι τόσο σημαντική για την αίσθηση της ταυτότητάς μας στον κόσμο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής Δρ. Dan Neuharth:

  • Δεν είσαι εσύ υπεύθυνος για όσα σου έκαναν οι γονείς σου στην παιδική σου ηλικία-εκείνοι είναι.
  • Δεν είναι οι γονείς σου υπεύθυνοι για όσα κάνεις εσύ στην ενήλικη ζωή σου τώρα-εσύ είσαι».

Σε αυτήν τη δίκαιη ανακατανομή της ευθύνης έγκειται εν τέλει η απελευθέρωσή μας από τον γονεϊκό έλεγχο: κανείς δεν μπορεί να μας ελέγξει αν δεν τον αφήσουμε. Και τον αφήνουμε, όταν ενδόμυχα εμείς φοβόμαστε ή δεν θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη της δικής μας ζωής. Όμως, όσο φόβο και αν προκαλεί, όσο ανοίκειο και αν μας είναι σε μια κοινωνία όπου οι γονείς είχαν βαρύνοντα λόγο στην ενήλικη ζωή του παιδιού τους, ο μόνος τρόπος για να νιώσουμε πλήρωση ως ενήλικες είναι να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας. Αλλιώς θα ανακυκλώνουμε το μοτίβο του ελέγχου, ελέγχοντας τα δικά μας παιδιά, υιοθετώντας το πινγκ πονγκ της ρίψης ενοχών και -σε βάθος χρόνου- κατηγορώντας τα, γιατί ‘εξαιτίας τους’ δεν ζήσαμε τη ζωή που θέλαμε...