Σήμερα περισσότερο από ποτέ γίνεται συζήτηση για το άγχος. Λίγο πολύ, αναπόφευκτα, όλοι βιώνουμε άγχος στην καθημερινότητα και αυτό βεβαίως δεν αποτελεί ψυχική νόσο. Είναι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο συναίσθημα, και μάλιστα ιδιαίτερα χρήσιμο, καθώς μας προετοιμάζει για να αντιμετωπίζουμε μικρές και μεγάλες προκλήσεις, καθημερινές δυσκολίες, απειλές ή κινδύνους. Ωστόσο,τα τελευταία χρόνια ερευνώνται εντατικά τα χαρακτηριστικά του παθολογικού άγχους.

Πότε το άγχος γίνεται παθολογικό;

Το άγχος γίνεται παθολογικό όταν είναι μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας από ότι οι περιστάσεις δικαιολογούν, όταν οδηγεί σε μείωση της ιδιωτικής, επαγγελματικής ή κοινωνικής λειτουργικότητας και όταν διαταράσσονται ή διακόπτονται οι καθημερινές δραστηριότητες από την αποφυγή ορισμένων καταστάσεων που το άτομο γνωρίζει ότι θα του προκαλέσουν αυξημένο άγχος. Το παθολογικό άγχος είναι ικανό να εμποδίσει τη λειτουργικότητά μας στη φυσιολογική ροή της καθημερινότητας και- ειδικά όταν γίνεται χρόνιο- να βλάψει τη συνολική υγεία μας, γι’ αυτό και πρέπει να εκπαιδεύεται κανείς να το διαχειρίζεται. Στον καθένα μπορεί να εκφραστεί με διαφορετικές ομάδες συμπτωμάτων που ενδεχομένως να υποδεικνύουν την ύπαρξη διαταραχής άγχους. Στην ομάδα των διαταραχών άγχους κατατάσσονται, σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (2013), η διαταραχή πανικού, η αγοραφοβία, η ειδική φοβία, η διαταραχή κοινωνικού άγχους και η διαταραχή γενικευμένου άγχους.

Το αναμενόμενο καθημερινό άγχος είναι αυτό που δεν προκαλεί ενοχλήσεις και δυσφορία και οι άνθρωποι συνήθως αυτόματα το διαχειρίζονται. Στις περιπτώσεις παθολογικού άγχους, που συνήθως εκδηλώνεται με τη μορφή κάποιας από τις παραπάνω διαταραχές, το άτομο θα παραπονεθεί καθώς το άγχος παρεμβαίνει στη ζωή του. Πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται γιατί, παρόλο που προσπαθούν, δεν μπορούν να ξεπεράσουν το έντονο άγχος τους. Πολλές φορές προσπαθούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται σε σχέση με κάτι που τους αγχώνει πάρα πολύ: «προσπαθώ να το πάρω χαλαρά, να μην το σκέφτομαι, να αποσπώ την προσοχή μου » κτλ, όμως πολλές φορές το άγχος επιμένει. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό βρίσκεται στους πιο συνηθισμένους τρόπους με τους οποίους οι πάσχοντες προσπαθούν να ξεπεράσουν τα συμπτώματα του άγχους τους, οι οποίοι είναι οι συμπεριφορές αποφυγής, διαφυγής, ασφαλειών και αναζήτησης διαβεβαιώσεων. Ας δούμε την καθεμία ξεχωριστά.

Η συμπεριφορά αποφυγής:

Η συμπεριφορά αποφυγής αποτελεί μια προστατευτική στρατηγική κατά την οποία το άτομο αποφεύγει μερικώς ή πλήρως καταστάσεις που έχει αξιολογήσει ως επικίνδυνες για το ίδιο. Η αποφυγή μπορεί κάποιες φορές να είναι «καλυμμένη», πράγμα που σημαίνει ότι το άτομο θα συμμετέχει στην κατάσταση που το αγχώνει μόνο υπό συγκεκριμένους όρους. Η συμπεριφορά αποφυγής συντηρεί ενεργά τα συμπτώματα μιας αγχώδους διαταραχής καθώς το άτομο, αφενός δεν μαθαίνει ποτέ εμπειρικά ότι έχει την ικανότητα να αντέξει και να διαχειριστεί το άγχος του, αφετέρου δεν δίνει την ευκαιρία στον εαυτό του να ανακαλύψει αν οι φόβοι του είναι ρεαλιστικοί. Αντίθετα, η πρόσκαιρη ανακούφιση από τα δυσάρεστα συμπτώματα οδηγεί το άτομο στο να επαναλάβει τη συμπεριφορά αποφυγής ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα την αύξηση του φόβου και τη συντήρηση του προβλήματος. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να αποφεύγει να βρίσκεται σε μέρη με πολύ κόσμο, όπως εμπορικά κέντρα, από φόβο πως δεν θα μπορέσει εύκολα να φύγει αν αγχωθεί.

Η συμπεριφορά διαφυγής:

Είναι η συμπεριφορά του να φεύγει κάποιος από έναν χώρο αμέσως μόλις αισθανθεί ότι το άγχος του ανεβαίνει, ή ακόμα και μόνο με τη σκέψη ότι αυτό μπορεί να συμβεί. Είναι συχνό να συνδέει κανείς το άγχος του με το χώρο στον οποίο βρίσκεται, με αποτέλεσμα η πρώτη αντίδρασή του είναι να φύγει από αυτόν. Παραδείγματος χάριν, κάποιος που νιώθει αυξημένο άγχος την ώρα που βρίσκεται μέσα στο μετρό, κατεβαίνει στην επόμενη στάση και βγαίνει γρήγορα έξω για «να πάρει αέρα» καθώς εύκολα ερμηνεύει ότι το αίσθημα της «κλεισούρας» είναι το αίτιο του άγχους του. Συνήθως τα μέρη από τα οποία διαφεύγουν λόγω άγχους οι πάσχοντες, γίνονται αυτά που στη συνέχεια αρχίζουν να αποφεύγουν, εγκαθιστώντας έτσι μια συμπεριφορά αποφυγής.

Η συμπεριφορά χρήσης «ασφαλειών»:

Είναι οτιδήποτε έχει κανείς μαζί του για να νιώθει ασφαλής σε μια δεδομένη κατάσταση ή σε κάποια μέρη που γνωρίζει ότι τον αγχώνουν. Μπορεί κάποιος να νιώθει ασφαλής έχοντας πάντα μαζί του το κινητό του τηλέφωνο, νερό ή φάρμακα στην τσάντα του, φορώντας ένα σταυρουδάκι ή ένα φυλακτό, κυκλοφορώντας μόνο μαζί με έμπιστο άτομο και ποτέ μόνος του, κ.ο.κ

Η αναζήτηση διαβεβαιώσεων:

Είναι η συμπεριφορά του να αναζητά κανείς καθησυχασμούς από τους άλλους ότι δεν κινδυνεύει ή ότι όλα θα πάνε καλά. Αποτελεί άλλη μια συμπεριφορά παθολογικής αναζήτησης ασφάλειας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την προσωρινή ανακούφιση, αλλά και την μακροπρόθεσμη συντήρηση του άγχους. Για παράδειγμα μπορεί κάποιος να ρωτάει κατ’ επανάληψη τη σύζυγό του τη γνώμη της για το αν το άγχος που νιώθει είναι επικίνδυνο και να ζητάει να του διαβεβαιώσει ότι δεν έχει τίποτα σοβαρό και ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί.

Συνοψίζοντας, οι παραπάνω είναι οι πιο συνηθισμένοι δυσπροσαρμοστικοί τρόποι που υιοθετούν οι άνθρωποι για να ανακουφιστούν από το αυξημένο άγχος, οι οποίοι, δυστυχώς, μόνο βραχυπρόθεσμα τους απαλλάσσουν από τα δυσάρεστα συμπτώματα του άγχους τους. Το αποτέλεσμα είναι η ενδυνάμωση και συντήρηση των συμπτωμάτων και της διαταραχής άγχους με συνέπεια την επιδείνωση την γενικής λειτουργικότητας και υγείας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, στα πλαίσια ενδεδειγμένης ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης για τις διαταραχές που σχετίζονται με παθολογικό άγχος, να μειωθούν και σταδιακά να εκλείψουν οι παραπάνω συμπεριφορές παθολογικής αναζήτησης ασφάλειας, ώστε να επιστρέψει το άτομο στην υγιή διαχείριση των συναισθημάτων του και των καθημερινών του δραστηριοτήτων.