Η αλλεργική ρινίτις αποτελεί μία αντίδραση που προκαλείται από διάφορα αλλεργιογόνα, κυρίως αεροαλλεργιογόνα, με όργανο 'στόχο' την μύτη. Παρά το γεγονός δε, ότι ήταν γνωστή από πολύ παλιά, μόνο τον 18ο αιώνα η κλινική της εικόνα περιγράφηκε ικανοποιητικά και αναφέρθηκε στη βιβλιογραφία σαν 'πυρετός εκ χόρτου' η 'καλοκαιρινός κατάρρους'. Η συχνότητα της δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί, εκτιμάται όμως ότι τουλάχιστον 10% των παιδιών και 20% των εφήβων, πάσχουν από αλλεργική ρινίτιδα. Παρά το γεγονός ότι μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, περίπου το 85% των ασθενών εκδηλώνουν τα συμπτώματα τους πριν από την ηλικία των 30 ετών. Η αλλεργική ρινίτις διακρίνεται σε εποχιακή, που τα συμπτώματα της εκδηλώνονται, σχεδόν αποκλειστικά, κατά τη διάρκεια μιας εποχής όπως την άνοιξη και το φθινόπωρο και οφείλεται σχεδόν πάντα σε αλλεργιογόνα που ανήκουν στην κατηγορία των γύρεων, και σε συνεχή η ετήσια, που τα συμπτώματα της διαρκούν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και οφείλεται σε αλλεργιογόνα όπως είναι η οικιακή σκόνη, τα ακάρεα, τα επιθήλια των οικιακών ζώων και οι μύκητες.

Τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
1. Κύρια: Ρινική έκκριση-καταρροή, συνήθως υδαρής Ρινική συμφόρηση-απόφραξη η ' μπούκωμα' Φτερνίσματα Κνησμός στην μύτη, στο φάρυγγα, την υπερώα και στα Αυτιά
2. Δευτερεύοντα: Ανοσμία Στοματική αναπνοή Ερεθισμός και επανειλημμένο αίσθημα απώλειας της γεύσης Βήχας (κυρίως το βράδυ)
3. Συσχετιζόμενα: Δακρύρροια, κνησμός, ερυθρότητα οφθαλμών Βήχας, βρογχόσπασμος, δύσπνοια (βρογχικό άσθμα).

Η χρόνια αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να αποτελέσει τον προδιαθεσικό παράγοντα άλλων παθολογικών καταστάσεων με τις οποίες μπορεί και να συνυπάρχει, όπως εκκριτική ωτίτιδα, χρόνια ιγμορίτιδα, χρόνια ρινοφαρυγγίτιδα, άσθμα, ανεπάρκεια στην ομιλία, την ακοή και την ικανότητα εκμάθησης της γλώσσας. Ενοχοποιείται επίσης για την αύξηση της προδιάθεσης στις λοιμώξεις του ανώτερου και κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, την πρόκληση ανορεξίας, χρόνιας κόπωσης κακουχίας και ευερεθιστότητας. Τα παιδιά δε με χρόνια αλλεργική ρινίτιδα, μπορεί να αναπτύξουν και ορθοδοντικά προβλήματα όπως π. χ στεγοδοντία και κακή ανάπτυξη των οδοντικών τόξων. Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας θα γίνει από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις παρακλινικές εξετάσεις, στις οποίες εξέχουσα θέση έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια, οι δερμοαντιδράσεις (skin test), των οποίων η αξιοπιστία μπορεί να φθάσει και το 100% και που πλέον αποτελούν ρουτίνα για τους εξειδικευμένους Ωτορινολαρυγγολόγους.

Έτσι λοιπόν θα πρέπει, πέρα από την όποια συμπτωματική αγωγή με φάρμακα, ο ασθενής να ελέγχεται και για την ανεύρεση του υπεύθυνου αλλεργιογόνου και να ακολουθεί την ενδεδειγμένη ανοσοθεραπεία πλέον, πριν η εγκατασταθεί το αλλεργικό βρογχικό άσθμα, το οποίο, ως γνωστό, επέρχεται σε ένα 30-35% των πασχόντων από αλλεργική ρινίτιδα. Η ανοσοθεραπεία, που αποτελεί την τελευταία εξέλιξη στον τομέα της αντιμετώπισης της αλλεργικής ρινίτιδας, αν και χρονοβόρος στην εφαρμογή της, παρουσιάζει αποτελεσματικότητα σε ένα 80%, όσον αφορά την εξαφάνιση των συμπτωμάτων του ασθενούς, ενώ στο υπόλοιπο 20%, καταστέλλει τα συμπτώματα σε τέτοιο βαθμό που παύουν πια να βασανίζουν τον ασθενή. Γίνεται πλέον με υπογλώσσιες σταγόνες και όχι με ενέσεις και η εξέλιξη της τεχνογνωσίας επιτρέπει την ανάμιξη, στο ίδιο σκεύασμα, διαφόρων μορφών αλλεργιογόνων, με αποτέλεσμα και την οικονομική ελάφρυνση του ασθενή.