Τα παρανεφρικά ανευρύσματα της κοιλιακής αορτής, των οποίων το άνω όριο εκτείνεται έως το ύψος των νεφρικών αρτηριών ή και καταλαμβάνει τις νεφρικές αρτηρίες, αποτελούν τα πιο ‘δύσκολα’ ανευρύσματα από πλευράς αντιμετώπισης και επιπλοκών για τους ασθενείς.

Τα θωρακοκοιλιακά ανευρύσματα είναι τα ανευρύσματα που καταλαμβάνουν την κοιλιακή και θωρακική αορτή και αποτελούν πολύ σοβαρότερη πάθηση. Η μόνη θεραπεία των ανευρυσμάτων αυτών μέχρι πρόσφατα ήταν η ανοικτή χειρουργική επέμβαση, η οποία όμως συνοδεύεται από σημαντικά ποσοστά νοσηρότητας (νεφρική ανεπάρκεια και παραπληγία) αλλά και θνητότητας, καθώς επίσης και πολυήμερη νοσηλεία συνήθως σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

Μία ελάχιστα επεμβατική μέθοδος αντιμετώπισης των παρανεφρικών ανευρυσμάτων της κοιλιακής αορτής πρόσφατα εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Αγγειοχειρουργική κλινική του 401 ΓΣΝΑ με απόλυτη επιτυχία σε δύο ασθενείς, οι οποίοι δεν μπορούσαν να υποβληθούν σε ανοικτή επέμβαση λόγω σοβαρών συνοδών παθήσεων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι και οι δύο ασθενείς εξήλθαν από το νοσοκομείο τη 2η μετεγχειρητική ημέρα.

Η μέθοδος αυτή απαιτεί τη σχεδίαση ειδικού μοσχεύματος το οποίο και είναι εξατομικευμένο για κάθε ασθενή. Τα μοσχεύματα και οι επεμβάσεις σχεδιάστηκαν από εμένα, καθώς έχω εξειδικευτεί στην τεχνική αυτή.

Η πρώτη περίπτωση που αντιμετωπίστηκε αφορούσε παρανεφρικό ανεύρυσμα με συγκεκαλυμμένη ρήξη στο ύψος της μίας νεφρικής αρτηρίας (εικ.1). Η δεύτερη περίπτωση αφορούσε παρανεφρικό ανεύρυσμα, το οποίο παρουσιάστηκε σε ασθενή που είχε ήδη αντιμετωπιστεί ενδαγγειακά προ 4ετίας σε άλλο νοσοκομείο.

Το παλαιό μόσχευμα μετακινήθηκε περιφερικά και το ανεύρυσμα επεκτάθηκε πάνω από τις νεφρικές αρτηρίες. Η επέμβαση αυτή πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ενώ και οι δύο επεμβάσεις σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν από ελληνική ιατρική ομάδα χωρίς τη συμμετοχή αγγειοχειρουργών από το εξωτερικό όπως μέχρι τώρα συνηθιζόταν.

Για την αντιμετώπιση των ανευρυσμάτων αυτών η μέθοδος αυτή, η οποία εφαρμόζεται εδώ και χρόνια σε ελάχιστα κέντρα στον κόσμο (fenestrated-branched technique), στηρίζεται στην ενσωμάτωση στο κύριο ενδαγγειακό μόσχευμα κατόπιν ειδικής παραγγελίας και μέτρησης, οπών (θυρίδων) και πλάγιων μικρών μοσχευμάτων (κλάδων) που αντιστοιχούν στα σημεία έκφυσης των νεφρικών και σπλαχνικών αρτηριών της κοιλιακής αορτής (άνω μεσεντέριο και κοιλιακή αρτηρία).

Μέσα από τις οπές και τους κλάδους αυτούς καθετηριάζονται τα νεφρικά και σπλαχνικά αγγεία (εικ.2,3), τα οποία διασφαλίζονται και επαναιματώνονται με νέα μικρότερα ενδαγγειακά μοσχεύματα που εισάγονται μέσα από το κύριο μόσχευμα.

Με τον τρόπο αυτό το ανεύρυσμα αντιμετωπίζεται εξ’ολοκλήρου ενδαγγειακά (εικ.4) υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο μέσω 2 μικρών τομών στις βουβωνικές χώρες και με σημαντικά μικρότερα ποσοστά νοσηρότητας και θνητότητας.

Το σημαντικότερο στην τεχνική αυτή είναι ο σχεδιασμός του μοσχεύματος αλλά και της ίδιας της επέμβασης με βάση την ανατομία των αγγείων του κάθε ασθενούς και την έκταση του ανευρύσματος. Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της μεθόδου αυτής προϋποθέτει εμπειρία και γνώσεις από τον αγγειοχειρουργό, ο οποίος θα πρέπει να έχει εξειδικευθεί σε ένα από τα λίγα στον κόσμο κέντρα πολυετούς εφαρμογής της.

Η ελάχιστα αυτή επεμβατική μέθοδος (μικρότερος χρόνος νοσηλείας, λιγότερη απώλεια αίματος και καρδιοαναπνευστική επιβάρυνση), η οποία μπορεί να εκτελεστεί και υπό ραχιαία ή τοπική αναισθησία, αναμένεται να βοηθήσει πολλούς Έλληνες ασθενείς με ανευρυσματική νόσο και ειδικότερα όσους πάσχουν και από άλλες συνοδές σοβαρές παθήσεις και θεωρούνται υψηλού κινδύνου υποψήφιοι για ανοικτή χειρουργική επέμβαση.

Πολλοί από τους ασθενείς αυτούς δεν αντιμετωπίζονται καθόλου ή απευθύνονται σε κέντρα του εξωτερικού.

Εικόνα 1. Παρανεφρικό ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής (οι δύο νεφρικές αρτηρίες εκφύονται ακριβώς στο όριο του ανευρυσματικού σάκου).

Εικόνα 2,3. Καθετηριασμός των νεφρικών αρτηριών μέσω των θυρίδων του μοσχεύματος και τοποθέτηση των νεφρικών stents.

Εικόνα 4. Τελική αγγειογραφική εικόνα μετά την τοποθέτηση των νεφρικών stents και τον πλήρη αποκλεισμό του ανευρύσματος.