Η απώλεια υπερβάλλοντος βάρους κάνει περισσότερα για τη μακροπρόθεσμη υγεία της καρδιάς των νέων ανθρώπων σε σχέση με το χτίσιμο μυών, υποδεικνύει νέα έρευνα.

Δεν είναι ότι το να αυξάνεται η μυϊκή μάζα όταν κάποιος είναι νέος αποδεικνύεται καρδιαγγειακό πρόβλημα αλλά ότι φάνηκε πως η απώλεια λίπους προσφέρει μεγαλύτερα οφέλη για την καρδιά.

Ο Joshua Bell, του University of Bristol ενθαρρύνει παρόλα αυτά την άσκηση.

Δήλωσε ότι υπάρχουν πολλά άλλα οφέλη στην υγεία και η δύναμη αποτελεί βραβείο καθαυτή. Μπορεί ενδεχομένως να χρειαστεί να μειώσουμε τις προσδοκίες για το τι μπορεί να κάνει η αύξηση μυϊκής μάζας για την αποφυγή της καρδιοπάθειας. Η αύξηση λίπους είναι αυτή που ηγείται.

Η έρευνα έγινε σε 3.200 Bρετανούς και ανακάλυψε ότι όσοι είχαν χάσει πρωταρχικά λίπος στην εφηβεία και τα πρώτα χρόνια ενήλικης ζωής ήταν πολύ λιγότερο πιθανό σε σχέση με όσους κέρδισαν μυϊκή μάζα να εμφανίσουν παράγοντες κινδύνου όπως υψηλή γλυκόζη, φλεγμονή ή κακή χοληστερόλη έως την ηλικία των 25.

Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε απεικονιστικές εξετάσεις για την αξιολόγηση του σωματικού λίπους και της άλιπης μάζας στην ηλικία των 10, 13, 18 και  25 ετών.

Στην ηλικία των 25, εξετάστηκε η πίεση και το αίμα των συμμετεχόντων για περίπου 200 μεταβολικούς παράγοντες που αποτελούν πύλη καρδιακής νόσου και άλλων προβλημάτων υγείας.

Σε αυτούς περιλαμβάνονταν η ινσουλίνη, η χοληστερόλη, τα τριγλυκερίδια, η γλυκόζη και η κρεατινίνη.

Αποτέλεσμα: Για τη μείωση παραγόντων κινδύνου για καρδιοπάθεια, αλλαγές στο σωματικό λίπος φαίνεται να είναι πιο σημαντικές από τις αλλαγές στους μυς, δήλωσε ο Bell.

Με κάποια μέτρα, όπως μείωση κακής χοληστερόλης, η απώλεια λίπους φάνηκε να είναι έως 5 φορές πιο προστατευτική από την αύξηση των μυών.

Η αύξηση μυϊκής μάζας φάνηκε ωφέλιμη μόνο όταν συνέβαινε στην εφηβεία, δήλωσε ο Bell.

Το μήνυμα είναι ότι ενώ οι μυς είναι σημαντικοί για αποτελέσματα όπως η κινητικότατα και η ανεξαρτησία, ο έλεγχος του λίπους φαίνεται να έχει υψηλότερη προτεραιότητα όσον αφορά τον έλεγχο σε καλό επίπεδο, δεικτών καρδιοπάθειας.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο PLOS Medicine.