Ο σίδηρος είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία και χαμηλό επίπεδο στη διατροφή θα μπορούσε να οδηγήσει σε καρδιακή νόσο, αναφέρουν Ευρωπαίοι ερευνητές.

Δήλωσαν ότι περίπου 1 στα 10 νέα περιστατικά καρδιακής νόσου στη μέση ηλικία θα μπορούσε να αποφευχθεί αν είχε επαρκή επίπεδα σιδήρου στη διατροφή του.

Ο Dr. Benedikt Schrage δήλωσε ότι τα ευρήματα βασίζονται σε έρευνα παρατήρησης και δείχνουν συσχετισμούς-όχι αιτιατή σχέση.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η έλλειψη σιδήρου θα μπορούσε να είναι κατάλληλος στόχος για προληπτικά μέτρα στο γενικό πληθυσμό και να στηρίξουν την πραγματοποίηση δοκιμών που θα εξερευνούν την αποτελεσματικότητα της αναπλήρωσης σιδήρου σε ανθρώπους με έλλειψη, δήλωσε ο Schrage, του University Medical Center in Hamburg.

Η σχέση έλλειψης σιδήρου και καρδιακής νόσου δεν είναι σαφής. Ωστόσο ο σίδηρος είναι αναγκαίος για την ισορροπία του οργανισμού και τον μεταβολισμό της ενέργειας, που θα μπορούσε να είναι πιθανή σχέση.

Άνθρωποι με έλλειψη σιδήρου, συνήθως δεν καταναλώνουν αρκετή ποσότητα από το μέταλλο από τη διατροφή τους ή δεν μπορούν να επεξεργαστούν τον σίδηρο που λαμβάνουν.

Η υποκατάσταση σιδήρου με συμπληρώματα καθαυτή παίζει ελάσσονα ρόλο αρκεί η γενική λήψη να είναι επαρκής.

Ωστόσο ορισμένοι ενδεχομένως δεν μπορούν να απορροφήσουν αρκετό σίδηρο μέσω των εντέρων. Για αυτούς θα μπορούσε να αποτελεί επιλογή η ενδοφλέβια χορήγηση.

Παλαιότερες έρευνες έδειξαν ότι ασθενείς με έλλειψη σιδήρου που έπασχαν από καρδιαγγειακές νόσους ήταν πιο πιθανό από άλλους να νοσηλευτούν ή να πεθάνουν.

Η χορήγηση σιδήρου ενδοφλεβίως βελτίωσε τα συμπτώματα, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής σε ασθενείς με έλλειψη σιδήρου, δήλωσαν οι ερευνητές.

Η έρευνα έγινε σε 12.000 Ευρωπαίους με μέση ηλικία τα 59 έτη.

Σε 13 χρόνια, οι ερευνητές τους εξέτασαν για καρδιακή νόσο και εγκεφαλικό επεισόδιο και θάνατο λόγω καρδιακής νόσου και θανάτου από οποιοδήποτε αίτιο.

Στην έναρξη, σχεδόν τα δυο τρίτα είχαν λειτουργική έλλειψη σιδήρου. Αυτό σημαίνει ότι είχαν αρκετό σίδηρο αλλά όχι αρκετό στο αίμα ώστε να δουλεύει κατάλληλα ο οργανισμός.

Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πιο πιθανό να εμφανίσουν καρδιακή νόσο και να πεθάνουν τα επόμενα 13 χρόνια.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, το 18% των συμμετεχόντων πέθαναν, το 5% από καρδιαγγειακή νόσο. Το 9% διαγνώστηκαν με καρδιοπάθεια και το 6% με εγκεφαλικό.

Η έλλειψη σιδήρου συνδέθηκε με 24% υψηλότερο κίνδυνο καρδιοπάθειας, 26% αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας από καρδιαγγειακή νόσο και 12% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιοδήποτε αίτιο σε σύγκριση με μη έλλειψη σιδήρου.

Όταν οι ερευνητές υπολόγισαν την επίδραση της έλλειψης σιδήρου σε διάστημα 10 ετών, ανακάλυψαν ότι το 5% όλων των θανάτων, το 12% των θανάτων από καρδιαγγειακή νόσο και το 11% των νέων διαγνώσεων καρδιοπαθειών θα μπορούσε να αποδοθεί στην έλλειψη σιδήρου.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο ESC Heart Failure.