Η πολιτική ηγεσία του ελληνικού υπουργείου Υγείας κατέθεσε χθες στη Βουλή το νομοσχέδιο για τη δευτεροβάθμια φροντίδα, με το οποίο παρέχεται στους γιατρούς του ΕΣΥ να απασχολούνται και στον ιδιωτικό τομέα.

Οι γιατροί του ΕΣΥ δεν μπορούν σήμερα να εργάζονται και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς αυτό αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

Με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, παύει να είναι παράπτωμα για όσους λειτουργούν ιδιωτικό ιατρείο ή παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες με οποιαδήποτε σχέση, συμπεριλαμβανόμενης και αυτής του συμβούλου, σε ιδιωτική κλινική ή ιδιωτικό διαγνωστικό ή θεραπευτικό εργαστήριο και γενικότερα σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις που παρέχουν ή καλύπτουν υπηρεσίες Υγείας, έως δύο φορές την εβδομάδα.

Η δυνατότητα αυτή παρέχεται κατόπιν άδειας του διοικητή του νοσοκομείου, εφόσον οι γιατροί συμμετέχουν στην εκτός του τακτικού ωραρίου λειτουργία του
νοσοκομείου, συμπεριλαμβανόμενης της ολοήμερης λειτουργίας του νοσοκομείου και των ενεργών ή μικτών εφημεριών, τουλάχιστον οκτώ φορές τον μήνα.

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας θεωρεί πως η συγκεκριμένη παρέμβαση δίνει περισσότερες δυνατότητες σε γιατρούς και ασθενείς, επικαλούμενη τα όσα ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Σύμφωνα με το βρετανικό σύστημα Υγείας (NHS), οι εξειδικευμένοι γιατροί εργάζονται με ετήσιες απολαβές από 50.373 έως 78.759 λίρες (58.660 έως 91.720 ευρώ). Στο NHS υπάρχει, ωστόσο, και θέση "συμβούλων", οι οποίοι κερδίζουν από 88.364 έως 119.133 λίρες (103.000 έως 139.000 ευρώ).

Οι σύμβουλοι μπορούν να συμπληρώσουν τον μισθό τους, αν το επιθυμούν, δουλεύοντας σε ιδιωτικό ιατρείο. Η δυνατότητα αυτά παρέχεται ανάλογα με την ειδικότητά τους και τη διάθεσή τους να διαθέσουν στο ΕΣΥ περισσότερες ώρες εργασίας από όσες προβλέπονται στη σύμβασή τους.

Στην πρωτοβάθμια φροντίδα (εξωνοσοκομειακή) φροντίδα, ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο περίπου ό,τι και στην Ελλάδα. Οι γενικοί γιατροί μπορούν να συμβληθούν ως πάροχοι ή έμμισθοι γιατροί, οι οποίοι προσλαμβάνονται από ιατρικούς συνεταιρισμούς ή απασχολούνται σε δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας Υγείας. Το εύρος των αμοιβών τους κυμαίνεται από 65.070 έως 98.194 λίρες (76.000 έως 114.000 ευρώ).