Η πρώτη παγκόσμια μελέτη που πραγματοποιήθηκε και αφορά τις μεταμόσχευσης αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων (HSCT - hematopoietic stem cell transplantation), τεκμηριώνει ότι έχουν γίνει παγκοσμίως αποδεκτές ως σύγχρονη θεραπευτική ρουτίνα, με μεγαλύτερη εφαρμογή στις περισσότερο ευκατάστατες χώρε του κόσμου.

Τα αποτελέσματα της μελέτης, που παρουσιάστηκαν από το Παγκόσμιο Δίκτυο για τη Μεταμόσχευση Αίματος και Μυελού (Worldwide Network for Blood and Marrow Transplantation), δημοσιεύονται στο τεύχος της 28ης Απριλίου του Περιοδικού ‘Journal of the American Medical Association.‘

Αυτή είναι η πρώτη φορά που η τρέχουσα κατάσταση της μεταμόσχευσης αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων τεκμηριώνεται σ’ ένα διεθνές επίπεδο, λένε οι συγγραφείς, με επικεφαλής τον Δρ. Alois Gratwohl, MD, του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Βασιλείας στην Ελβετία.

Οι πληροφορίες αυτές, προσθέτουν οι συγγραφείς, ‘έχουν γίνει αναγκαίες για τη σωστή ενημέρωση των ασθενών και προγραμματισμό της υγειονομικής περίθαλψης’.

Κακοήθεις Όγκοι στις Περισσότερες Περιπτώσεις

Η έρευνα έδειξε ότι το 2006 πραγματοποιήθηκαν παγκοσμίως 50.417 μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων (οι ερευνητές εξαίρεσαν ασθενείς που υφίσταντο μεταμόσχευση για δεύτερη ή τρίτη φορά).

Οι κυριότερες ενδείξεις ήταν λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές, αντιπροσωπεύοντας πάνω από τις μισές αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων μεταμοσχεύσεις (54,4%), και λευχαιμίες (33,8%). Άλλες ενδείξεις ήταν συμπαγείς όγκοι (5,8%), καλοήθεις διαταραχές (5,1%) και μη συγκεκριμένες ασθένειες (1%).
Ο μεγαλύτερος αριθμός των μεταμοσχεύσεων πραγματοποιήθηκε στην Ευρώπη (24.216 μεταμοσχεύσεις; 48% του συνόλου), όπου για τους σκοπούς της μελέτης συμπεριλαμβάνονται η Τουρκία και το Ισραήλ.

Δεύτερη έρχεται η Αμερική (17.875 μεταμοσχεύσεις; 36%), μετά η Ασία (7.096; 14%) και τέλος η Ανατολική Μεσόγειος και η Αφρική (1.230; 2%).

Βλαστικά κύτταρα λαμβάνονται από το μυελό των οστών, από περιφερικό ή ομφαλοπλακουντιακό αίμα, και συλλέγονται από του ίδιους τους ασθενείς (αυτόλογη) στο 57% των περιπτώσεων και από γενετικά διαφορετικά άτομα (αλλογενής) στο 43% των περιπτώσεων.

Οι περισσότερες από τις αυτόλογες μεταμοσχεύσεις πραγματοποιήθηκαν σε Αμερική και Ευρώπη, ενώ οι αλλογενείς είναι πιο συνηθισμένες σε Ασία, Ανατολική Μεσόγειο και Αφρική.
‘Ένας συμβατός, συγγενής δότης αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων μπορεί να αποτελεί την πιο αποδοτική πηγή θεραπείας για τους ασθενείς με απλαστική αναιμία, θαλασσαιμία ή βαριά συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια σε μια χώρα, με κάποιους αλλά και πάλι περιορισμένους πόρους’, αναφέρουν οι συγγραφείς.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, προσθέτουν, δεν είναι απαραίτητη η χημειοθεραπεία, όπως θα συνέβαινε για τους ασθενείς με οξεία μυελοειδή λευχαιμία.

Σημειώνουν επίσης ότι το υψηλότερο ποσοστό (52%) των μεταμοσχεύσεων μη συγγενών δοτών, έχει σημειωθεί στην Ιαπωνία. Αυτή η τάση τείνει να καθιερωθεί ως καθημερινή πρακτική. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι μία Ευρωπαϊκή έρευνα του 2008 δείχνει- για πρώτη φορά- ότι είχαν αναφερθεί περισσότεροι μη συγγενείς δότες αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων παρά συγγενείς.

Υπήρξαν επίσης, περισσότερα μοσχεύματα πέραν των συνόρων παρά μέσα σε αυτά, που προσθέτουν ότι ‘ο τουρισμός βλαστικών κυττάρων έχει γίνει θέμα ανησυχίας’.

Πλούσιες Χώρες

Στην εν λόγω μελέτη, υπήρξε ένας στενός συσχετισμός μεταξύ ποσοστών μεταμοσχεύσεων αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων και του ακαθάριστου κατά κεφαλήν εθνικού προϊόντος, ο οποίος έχει αναγνωριστεί εδώ και χρόνια, σημειώνουν οι συγγραφείς.

Αυτή αποτελεί ‘μία ακριβή διαδικασία αλλά και μια ουσιαστική επένδυση για έναν ασθενή’.

Σημειώνουν, επίσης, ότι σε χώρες με εθνικό εισόδημα λιγότερο από 700$ κατά κεφαλήν, δεν πραγματοποιούνται μεταμοσχεύσεις βλαστικών κυττάρων.
Αν και η εμφάνιση των ασθενειών μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών μπορεί να ποικίλει, που μπορεί να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει τη διαφοροποίηση των ποσοστών των HSCT, δεν ελήφθη υπόψη σ’ αυτή την έκθεση, εξηγούν οι συγγραφείς.

Επιπλέον, σημειώνουν, δεν ‘είχαμε πληροφορίες για την πορεία των μεταμοσχεύσεων ή για την ακρίβεια των αποτελεσμάτων’.
‘Αυτό είναι πέρα από το σκοπό αυτού του άρθρου και θα απαιτούσε μία πολύ πιο μακράς διάρκειας παρακολούθηση’.


Πηγές: ‘Journal of the American Medical Association.‘