Η νόσος του Chron, μια φλεγμονώδης ασθένεια της πεπτικής οδού, φαίνεται πως έχει γενετική βάση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα νέας έρευνας. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ορισμένα γονίδια που, όπως φαίνεται, αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης της νόσου.

Η νόσος ονομάστηκε έτσι από τον Dr.Chron , που την περιέγραψε το 1932. Είναι μια φλεγμονώδης ασθένεια του πεπτικού συστήματος και ονομάζεται και εντερίτις. Σχεδόν τα τρία τέταρτα όσων πάσχουν από τη νόσο χρειάζεται να υποβληθούν τελικά σε εγχείρηση για να ανακουφιστούν από τα συμπτώματα, που ενδεχομένως δεν έχουν αντιμετωπιστεί από τη φαρμακευτική αγωγή, ή για να αντιμετωπιστούν επιπλοκές.

Αν και η ασθένεια μπορεί να επεκταθεί από το στόμα έως τον πρωκτό, συνήθως επηρεάζει το κατώτερο τμήμα του λεπτού εντέρου, τον ειλεό. Οι επιστήμονες εξέτασαν το γονιδίωμα (22.000 γονίδια), 6000 εθελοντών από τους οποίους οι μισοί εμφάνιζαν τη νόσο του Chron.

Προηγούμενες έρευνες είχαν ανακαλύψει δυο γονίδια.

Ο John Rioux του Καρδιολογικού Ινστιτούτου του Μόντρεαλ και του Πανεπιστημίου της ίδιας πόλης, ο οποίος ήταν επικεφαλής της έρευνας, δήλωσε ότι μέχρι τώρα έχουν ανακαλυφθεί 8 έως 9 γονίδια τα οποία εμπλέκονται στη νόσο. Η έρευνα διήρκεσε μια δεκαετία.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι οι γενετικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση της ασθένειας, αν και δεν πρέπει να παραβλεφτούν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως το κάπνισμα, το οποίο σχετίζεται με αυτήν.

Ανακαλύπτοντας τα γονίδια που προδιαθέτουν στην εμφάνιση της νόσου, οι επιστήμονες θα οδηγηθούν σε νέους δρόμους αντιμετώπισής της. Συμπτώματα της νόσου, η οποία συνήθως εμφανίζεται σε ανθρώπους 20 έως 30 ετών, είναι πόνος στην κοιλιά, αρθρίτιδα, διάρροια, απώλεια βάρους και αιμορραγία.

Η νόσος συχνά είναι δύσκολο να διαγνωστεί καθώς μοιάζει με το Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και την ελκώδη κολίτιδα.

Η ασθένεια έχει την τάση να εμφανίζεται στις οικογένειες και είναι πιο συχνή σε ορισμένες εθνικές ομάδες, όπως σε ανθρώπους της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ισραηλίτικης καταγωγής. Είναι ασθένεια που εμφανίζεται κυρίως στις ανεπτυγμένες χώρες και ιδίως στην Αμερική και την Ευρώπη.

Όπως δήλωσε ο Rioux, τα γονίδια που ανακαλύφθηκαν σαν παράγοντες κινδύνου, εμπλέκονται στην ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίσει τα μικρόβια. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η λανθασμένη ανταπόκριση στα μικρόβια που ζουν στο πεπτικό σύστημα, κατά κάποιο τρόπο οδηγεί το ανοσοποιητικό σύστημα να επιτεθεί στα τοιχώματα της πεπτικής οδού και να προκαλέσει φλεγμονή.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
10λεπτη έντονη άσκηση συμβάλλει στην καταπολέμηση του καρκίνου του εντέρου
Καρδιά: Ποια αντιμετώπιση είναι καλύτερη για φραγμένες αρτηρίες γυναικών [μελέτη]
Λιποαναρρόφηση: Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να συμβάλλει σε μεγαλύτερη ασφάλεια