Το Σύνδρομο Νυχτερινής Υπερφαγίας (Night eating syndrome, NES), είναι μια διατροφική διαταραχή με κλινικά χαρακτηριστικά την πρωινή ανορεξία, τη βραδινή υπερφαγία και την αϋπνία με συνεχείς διακοπές νυχτερινής κατανάλωσης φαγητού.

Το βασικό χαρακτηριστικό κλινικό γνώρισμα του συνδρόμου είναι η καθυστέρηση στον εικοσιτετράωρο συγχρονισμό της πρόσληψης ενέργειας.

Η πρώτη περιγραφή έγινε από τον Καθηγητή Al. Stunkard, το 1955, ο οποίος βασίστηκε σε κλινικές παρατηρήσεις διατροφικών διαταραχών σε μια ομάδα νοσηρά παχύσαρκων ασθενών που επιδίωκαν θεραπεία για τον έλεγχο βάρους. Η συχνότητα στο γενικό πληθυσμό αγγίζει το 1,5%, αφορά σε μεγαλύτερο ποσοστό (9-27%) παχύσαρκα άτομα και αυξάνεται όσο μεγαλώνει η ηλικία.

Συχνότερο είναι το φαινόμενο, σε περιόδους έντονου στρες, εφόσον η υπερφαγία αποτελεί για τα άτομα αυτά μια οργανική προσπάθεια άμβλυνσης του στρεσογόνου φορτίου που τους απασχολεί.

Πιο συγκεκριμένα, στο σύνδρομο αυτό, η λήψη ενέργειας μειώνεται στο πρώτο μισό της ημέρας και αυξάνεται πολύ στο δεύτερο μισό, έτσι ώστε ο ύπνος να διακόπτεται από την πρόσληψη τροφής. Σε πρόσφατη μελέτη αναφέρθηκε η κατανάλωση του 40% της συνολικής ημερήσιας πρόσληψης τροφής, από το πρωί μέχρι το βράδυ, και το υπόλοιπο 60% τις βραδινές ώρες, σε αντιδιαστολή με τη φυσιολογική κατανάλωση του 80% της συνολικής ημερήσιας πρόσληψης τροφής, στο πρώτο μισό της ημέρας.

Η αϋπνία, επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του συνδρόμου. Έχει παρατηρηθεί ότι τα άτομα αυτά ξυπνάνε κατά μέσο όρο 4 φορές το βράδυ σε αντιδιαστολή με τη φυσιολογική συχνότητα της μιας φοράς το βράδυ. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στο γεγονός ότι στις αφυπνίσεις αυτές αναζητούν επίμονα κάποιο σνακ.

Η σύσταση των βραδινών γευμάτων αποτελείται κυρίως από υδατάνθρακες (περίπου 65%) και πρωτεΐνες σε μια αναλογία 7:1. Πιθανολογείται πως μια τέτοια αναλογία θρεπτικών συστατικών, προάγει την προώθηση τρυπτοφάνης στον εγκέφαλο και τη μετατροπή της σε σεροτονίνη, ουσία με σημαντικές ιδιότητες κατά της αϋπνίας, ενώ προκαλεί μια αίσθηση χαλάρωσης και ηρεμίας.

Επιπρόσθετα, φαίνεται να επηρεάζεται και ο μεταβολισμός της μελατονίνης και της κορτιζόλης, από τη συγκεκριμένη αναλογία.

Όσον αφορά τη συσχέτιση του συνδρόμου με την ψυχολογική διάθεση, οι ειδικοί αναφέρουν ότι η αγάπη των night eaters για τους υδατάνθρακες, εξηγείται από το μήνυμα που στέλνουν οι υδατάνθρακες στους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου για να προκαλέσουν το αίσθημα της ευχαρίστησης.

Ίσως, η νυχτερινή επιδρομή σε υδατανθρακούχα σνακ να αποτελεί μια ασυνείδητη προσπάθεια για να αποκαταστήσουν την κακή ψυχολογία τους.

Είναι παραδεκτό επιστημονικά ότι με το φαγητό καταπολεμείται και το άγχος, διότι ενεργοποιείται συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου και εκκρίνονται χημικές ενώσεις, οι οποίες απελευθερώνονται όταν το άτομο αισθανθεί χαρά, ευτυχία και ικανοποίηση.

Στην πραγματικότητα, ο εγκέφαλος του ανθρώπου φαίνεται ότι έχει συσχετίσει την πρόσληψη τροφής με ευχάριστα και χαλαρωτικά συναισθήματα.

Στις ουσίες που καταπολεμούν το άγχος συμπεριλαμβάνονται οι υδατάνθρακες, οι πρωτεΐνες, το φυλλικό οξύ και το σελήνιο. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραληφθεί το γεγονός, οτι το σύνδρομο συνδέεται άμεσα με κατάθλιψη και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Συγκρίνοντας το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας με την ψυχογενή βουλιμία διακρίνουμε μια διαφοροποίηση όσον αφορά την έλλειψη σχετικών αντισταθμιστικών συμπεριφορών, το χρονικό διάστημα της πρόσληψης τροφής και  το γεγονός ότι το μέγεθος των προσλαμβανόμενων τροφών είναι μικρό, κυρίως μικρά και συχνά γεύματα, παρά ένα ιδιαίτερα μεγάλο σε όγκο και θερμίδες γεύμα.

Διαφέρει επίσης από τα υπόλοιπα σύνδρομα κατανάλωσης τροφής κατά τη διάρκεια της νύχτας, λόγω της πλήρους και συνειδητής κατανάλωσης τροφής σε αντιδιαστολή με την ασυνείδητη νυχτερινή κατανάλωση φαγητού.

Δυστυχώς, το σύνδρομο είναι κλινικά σημαντικό λόγω της συσχέτισής του με την παχυσαρκία. Η παρουσία του αυξάνεται σε συνάρτηση με το αυξανόμενο σωματικό βάρος και τουλάχιστον τα μισά από τα άτομα με το σύνδρομο αυτό, αναφέρουν φυσιολογικό σωματικό βάρος πριν την εμφάνιση του συνδρόμου.

Είναι παρατηρημένο επίσης, ότι τα παχύσαρκα άτομα που εμφανίζουν το σύνδρομο δυσκολεύονται περισσότερο στην απώλεια σωματικού βάρους σε σύγκριση με παχύσαρκα άτομα που ακολουθούν μια διαιτητική οδηγία χωρίς όμως να εμφανίζουν το σύνδρομο.

Επομένως, ο συνδυασμός διαταραχής της πρόσληψης τροφής, της διαταραχής του ύπνου και της άσχημης ψυχολογικής διάθεσης, αποτελούν πρόδρομες καταστάσεις που οδηγούν στην εμφάνιση της παχυσαρκίας. Τα τρία αυτά επίπεδα διαταραχής, πιθανόν να συνδέονται μέσω νευροενδοκρινολογικών μηχανισμών  και αφορούν στα επίπεδα κορτιζόλης, μελατονίνης, γρελίνης αλλά και της λεπτίνης, με εξέχοντα ρόλο στην εκδήλωση του συνδρόμου.

Η αναγνώριση και η αποτελεσματική θεραπεία του συνδρόμου μπορεί να αποτελέσει σημαντικό αρωγό στην προσπάθεια καταπολέμησης ενός τμήματος της παχυσαρκίας. Τα κριτήρια κατάταξης του NES περιλαμβάνουν τρία στοιχεία: την ώρα της ημέρας, ένα συγκεκριμένο θερμιδικό ποσό και τη συχνότητα εμφάνισης.

Δυστυχώς, η φαρμακευτική θεραπεία του συνδρόμου βρίσκεται σε εμβρϋικό στάδιο, σήμερα, χωρίς κάποιο πρωτόκολλο θεραπείας.

Μια κλινική δοκιμή βρέθηκε αποτελεσματική με τη SSRI sertraline, ενώ άλλα θεραπευτικά σχήματα όπως η σπασμολυτική topiramate, η paroxetine, η φωτοθεραπεία, η χορήγηση μελατονίνης και μερικά SSRIs, αποτελούν μελλοντικές υποσχέσεις.

Ανακεφαλαιώνοντας, τα άτομα που διακατέχονται από το Σύνδρομο Νυχτερινής Υπερφαγίας πάσχουν από διαταραχές της διατροφικής συμπεριφοράς και χρειάζονται άμεσα τη βοήθεια των ειδικών. Τα θεραπευτικά προγράμματα πρέπει να στηρίζονται κυρίως στην τροποποίηση της συμπεριφοράς, ενώ συνδυάζονται ταυτόχρονα με κατάλληλη διαιτητική οδηγία.