Οι εμμηνορροϊκές διαταραχές σε αθλήτριες μπορούν να εκφραστούν ως πρωτεύουσα αμηνόρροια (primary amenorrhea), δευτερεύουσα αμηνόρροια (secondary amenorrhea), ολιγοεμμηνόρροια (oligomenorrhea) ή ως ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης (luteal phase deficiency).

Πρωτεύουσα αμηνόρροια ορίζεται η απουσία έμμηνης ρύσης ως την ηλικία των 16 ετών. Η δευτερεύουσα αμηνόρροια ορίζεται ως η απουσία 3 τουλάχιστον διαδοχικών έμμηνων ρύσεων σε γυναίκα η οποία έχει ήδη εκδηλώσει εμμηνόρροια.

Ο όρος ολιγοεμμηνόροια αναφέρεται στις έμμηνες ρύσεις που εμφανίζονται ανά χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των 35 ημερών. Η ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης (Luteal Phase Deficiency-LPD) είναι η πιο διαδεδομένη εμμηνορροϊκή διαταραχή, η οποία όμως δεν μπορεί να διαγνωσθεί εύκολα, λόγω του ασυμπτωματικού της χαρακτήρα.

Συνήθως, η ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης υπάρχει χωρίς αλλαγές στη φυσιολογική διάρκεια του κύκλου, αλλά συσχετίζεται με ανεπαρκή παραγωγή προγεστερόνης και με μη φυσιολογική ενδομητριακή ρύθμιση και ωρίμανση που μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη γονιμότητας.

Οι εμμηνορροϊκές διαταραχές εμφανίζονται πολύ πιο συχνά σε αθλήτριες σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Αθλήτριες που ξεκινούν την προπόνηση πριν την εμμηναρχή μπορεί να παρουσιάσουν καθυστερημένη έναρξη της έμμηνης ρύσης και έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης εμμηνορροϊκών διαταραχών σε σχέση με αθλήτριες που ξεκινούν την προπόνηση μετά την εμμηναρχή.

Οι εμμηνορροϊκές διαταραχές εμφανίζονται με ποικίλες συχνότητες σε διαφορετικά αθλήματα, σε συνάρτηση με το επίπεδο ανταγωνισμού και τη φύση του αθλήματος.

Επιπτώσεις αμηνόρροιας στην υγεία των αθλητριών

Η πιο κοινή και επικίνδυνη συνέπεια της αμηνόρροιας στις αθλήτριες είναι η μειωμένη οστική μεταλλική πυκνότητα (BMD). Τα οστά στα οποία εμφανίζεται κυρίως χαμηλή BMD στις αθλήτριες με αμηνόρροια είναι αυτά της σπονδυλικής στήλης, συνεπώς αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης σχωλίωσης.

Τα κατάγματα πίεσης και η οστεοπενία εμφανίζονται επίσης συχνά ως αποτέλεσμα της χαμηλής BMD. Ο μηχανισμός εμφάνισης χαμηλής BMD στις αμηνορροϊκές αθλήτριες δεν είναι ξεκάθαρος, φαίνεται όμως να διαφέρει από αυτόν των μεταεμμηνοπαυσιακών γυναικών, παρότι υπάρχει ο κοινός παρανομαστής της μειωμένης έκκρισης οιστρογόνων.

Η χρόνια αθλητική αμηνόρροια μπορεί να επιφέρει έλλειψη γονιμότητας, κατάσταση η οποία μπορεί να είναι αναστρέψιμη. Η αθλητική αμηνόρροια μπορεί να χρειαστεί πάνω από 6 μήνες για αναστροφή της, με βασικούς στόχους θεραπείας να αποτελούν η μείωση του όγκου προπόνησης, η αύξηση της διαιτητικής πρόσληψης και η χορήγηση γοναδοτροπινών.

Μελέτες την τελευταία πενταετία επιδεικνύουν πιθανή δυσλειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων που οφείλεται στην αμηνόρροια. Η Ηοch et al, 2003 ήταν η πρώτη που απέδειξε ότι νεαρές αμηνορροϊκές αθλήτριες δρομείς παρουσιάζουν μειωμένη αγγειοδιαστολή επαγόμενη από το ενδοθήλιο.

Η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία έχει αναγνωριστεί ως παράγοντας κινδύνου στην παθογένεση της αθηροσκλήρωσης, της αρτηριακής υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Παρότι τα οφέλη της ενασχόλησης με τον αθλητισμό για την υγεία είναι τεράστια, η υπερβολική προπόνηση και ο διαιτητικός περιορισμός που οδηγούν σε αμηνόρροια μπορούν να θέσουν την υγεία της αθλήτριας σε σοβαρούς κινδύνους.

Θεραπεία Αμηνόρροιας

Ξεκινώντας τη διαδικασία της αποκατάστασης, είναι εξαιρετικής σημασίας η μέτρηση της οστικής μάζας σε αθλήτριες με αμηνόρροια και/ ή κατάγματα πίεσης. Σε δεύτερη φάση, απαιτείται συμβουλευτική αναφορικά με τη διατροφή των αθλητριών, τις διακυμάνσεις βάρους, την πρόσληψη ασβεστίου και τη σημαντικότητα της διατήρησης του σωματικού βάρους και του όγκου άσκησης σε επιθυμητά-φυσιολογικά επίπεδα.

Αναπλήρωση ορμονών μάλλον συνιστάται, παρότι η θεραπεία αναπλήρωσης ορμονών HRT (Hormone Replacement Therapy) σε δόσεις που χρησιμοποιούνται σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες δεν φαίνεται αποτελεσματική στην αύξηση της οστικής μάζας νεαρών κοριτσιών.

Ωστόσο, η HRT μπορεί να αποτρέψει την περαιτέρω απώλεια οστικής μάζας. Τα δια στόματος αντισυλληπτικά φαίνεται να βοηθούν, αν και απαιτείται διεξαγωγή περισσότερων ερευνών, καθώς για τις νεαρές αθλήτριες ίσως να μην είναι επαρκείς οι δόσεις που χορηγούνται σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Νεαρές γυναίκες κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου τους διατηρούν υψηλότερα επίπεδα οιστρογόνων σε σύγκριση με αυτά που επιτυγχάνονται μέσω της HRT, υποδεικνύοντας ότι ίσως απαιτούνται μεγαλύτερες δόσεις ορμονών.

Συμπληρώματα ασβεστίου επίσης χορηγούνται με σκοπό την αποτροπή της συνέχισης της απώλειας οστικής μάζας. Επιπρόσθετα, οι πιο ανταγωνιστικές αθλήτριες που προπονούνται σε κλειστά στάδια μπορεί να μην εκτίθενται στο φως του ήλιου και κατά αυτόν τον τρόπο να υπάρχει ανάγκη χορήγησης βιταμίνης D παράλληλα με το συμπλήρωμα ασβεστίου.

Εάν τελικά τα επίπεδα λεπτίνης εμπλέκονται στο μηχανισμό απώλειας οστικής μάζας, ίσως να απαιτούνται διαφορετικές θεραπευτικές μέθοδοι. Μέχρι να γίνουν πλήρως κατανοητοί οι μηχανισμοί σύνδεσης της αμηνόρροιας και της απώλειας οστικής μάζας, τα προληπτικά μέτρα που συμπεριλαμβάνουν την αλλαγή, αναφορικά με τη διατροφική και προπονητική συμπεριφορά, είναι πρωτεύουσας σημασίας.

Πρωταρχικός στόχος της θεραπείας κατά της αμηνόρροιας οφείλει να είναι η μείωση του όγκου άσκησης και η βελτίωση της ποιότητας της διατροφής παράλληλα με πρόσληψη βάρους. Ωστόσο, η αμηνόρροια μπορεί να χρειαστεί και από 6 μήνες έως και 1 έτος για πλήρη αναστροφή της.

Ένα ακόμα σημαντικό πρόβλημα της αμηνορροϊκής αθλήτριας αποτελεί η έλλειψη γονιμότητας. Κατά την αμηνόρροια, συνήθως η έλλειψη γονιμότητας αναστρέφεται με την εξωγενή χορήγηση γοναδοτροπινών, αλλά πιθανή ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης, είναι ένα πιο σοβαρό πρόβλημα που δεν ανιχνεύεται απλά.

Η αθλήτρια που επιθυμεί να εγκυμονήσει οφείλει να μειώσει το φορτίο της άσκησής της και η πρόσληψη βάρους ίσως να ιάνει την ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης.
Συχνά, τα δια στόματος αντισυλληπτικά χρησιμοποιούνται για να αντιμετωπιστεί η συχνή ροή αίματος για λίγες ημέρες και η συνεπακόλουθη μείωση της διάρκειας της περιόδου που εμφανίζεται στην ανεπαρκή ωχρινική φάση.


Μία επιπλοκή ιδιαιτέρως δύσκολη στην ανίχνευση αποτελεί η εμμηνορροϊκή δυσλειτουργία που παρουσιάζεται σε κοπέλες με φυσιολογικά βάρη (61). Η δυσλειτουργία αυτή εμφανίζεται σε αθλήματα όπως η κολύμβηση και οφείλεται σε χαμηλό κλάσμα LH/ FSH, υψηλότερα επίπεδα ανδρογόνων και αυξημένα επίπεδα DHEAS.

Παρομοίως με την αθλητική αμηνόρροια που σχετίζεται με χαμηλό βάρος, έτσι και αυτή δυσλειτουργία αναστρέφεται συνήθως σχετικά εύκολα με μείωση του φορτίου της άσκησης.

Συνοψίζοντας, οι κίνδυνοι υγείας για την αθλήτρια συμπεριλαμβάνουν φυσιολογικές, αναπαραγωγικές και σκελετικές δυσλειτουργίες.

Οι δυσλειτουργίες αυτές φαίνεται να είναι αναστρέψιμες, αν και συχνά η διάγνωσή τους φαίνεται να είναι περίπλοκη και απαιτείται ιδιαίτερη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους επιστήμονες υγείας.