Μαζί με τη φροντίδα του παιδιού, η παιδική υπερκινητικότητα αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα συζήτησης μεταξύ των γονέων μικρών παιδιών και μαθητών του δημοτικού.

Τα συμπτώματά της συχνά περιγράφονται σαν νευρικότητα, επιθετικότητα, αυθόρμητη συμπεριφορά, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης, αυξημένη κινητική δραστηριότητα.

Στη πραγματικότητα, η υπερκινητικότητα είναι μία διαταραχή συμπεριφοράς η οποία εμφανίζεται στο 2-5% των νεαρών παιδιών σχολικής ηλικίας και τα επηρεάζει σε ποικίλο βαθμό. Κάνει την εμφάνισή της πριν την ηλικία των 7 χρόνων, έχει διάρκεια ίση ή μεγαλύτερη των 6 μηνών και χαρακτηρίζεται από την εξακριβωμένη απουσία πνευματικής ασθένειας ή πνευματικής καθυστέρησης.

Παρόλα αυτά, μη έγκυρη θεραπεία της μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα όσον αφορά στην κοινωνική ένταξη και ανάπτυξη του παιδιού καθώς και την ικανότητά του για μάθηση.

Η παιδική υπερκινητικότητα δεν είναι μια καινούρια κατάσταση. Η συμπτωματολογία της είναι γνωστή από το 1880. Σήμερα οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η υπερκινητικότητα οφείλεται πιθανά σε έναν συνδυασμό συγκεκριμένων γενετικών, περιβαλλοντικών, νευρολογικών και βιοχημικών παραγόντων.

Επειδή δεν υπάρχει κάποια γνωστή θεραπεία γι’ αυτήν την ανωμαλία η θεραπεία συνήθως περιλαμβάνει πολλαπλές προσεγγίσεις, συχνά δε είναι συνδυασμός ιατρικής και ψυχολογικής επέμβασης και τροποποίησης του περιβάλλοντος του παιδιού.

Η διαιτητική τροποποίηση έχει αρκετές φορές προταθεί στη θεραπεία της υπερκινητικότητας και παρά το γεγονός ότι αυτή η προσέγγιση έχει λάβει αρκετή δημοσιότητα, οι επιστημονικές αποδείξεις δεν είναι αρκετές για να υποστηρίξουν μία σχέση μεταξύ δίαιτας και υπερκινητικότητας.

Πώς όμως γίνεται η διάγνωσή της;

Οι γιατροί διαγιγνώσκουν την υπερκινητικότητα κάνοντας δοκιμή με διεγερτικά φάρμακα. Τα διεγερτικά, φυσιολογικά, ανεβάζουν τη δραστηριότητα των ανθρώπων αλλά έχουν ένα 'παράδοξο' αποτέλεσμα με την υπερκινητικότητα: τη θεραπεύουν (πιθανότατα διεγείροντας κέντρα ελέγχου στον εγκέφαλο).

Εάν λοιπόν ένα παιδί αντιδρά στα διεγερτικά φάρμακα με το να ηρεμεί, αυτό δείχνει ότι τα φάρμακα μπορεί να διορθώνουν μία βιοχημική ανισορροπία στο νευρικό σύστημα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να ελεγχθεί η συμπεριφορά τους.

Στα παιδιά που ανταποκρίνονται, η παροχή τέτοιων φαρμάκων θα πρέπει να θεωρείται τουλάχιστον η θεραπεία πρώτης επιλογής.

Πολλοί γονείς δεν καταφέρνουν να εκτιμήσουν τη χρησιμότητα της φαρμακευτικής θεραπείας και είναι αρνητικοί σ' αυτήν, ειδικά όταν πιστεύουν ότι επεμβαίνοντας και τροποποιώντας τη δίαιτα μπορούν να βοηθήσουν. Η δίαιτα είναι ένα από τα πλέον σημαντικά ζητήματα στη ζωή ενός παιδιού το οποίο οι γονείς πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν.

Εάν τα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν με την προσθήκη καρότων στο διαιτολόγιο ή την απαγόρευση μπισκότων, τότε οι γονείς είναι πιο θετικοί στο να δώσουν στη διαιτητική τροποποίηση μια ευκαιρία.

Σύντομη ιστορική αναδρομή για τη σχέση δίαιτας και υπερκινητικότητας

Στη δεκαετία του 1970, ο Dr.B.F.Feingold, ένας γιατρός στο San Francisco των Η.Π.Α, υποστήριξε πως η παιδική υπερκινητικότητα είχε τα αίτιά της στα συντηρητικά που χρησιμοποιούνται, στα τεχνητά χρώματα και στα τεχνητά αρώματα των τροφών.

Έτσι λοιπόν έδινε δίαιτες οι οποίες απαγόρευαν την πρόσληψη των παραπάνω συστατικών και επίσης απαγόρευε την πρόσληψη τροφών με φυσικά ευρισκόμενα χημικά συστατικά όπως φυστίκια, αγγούρια, ντομάτες, μήλα και φράουλες.

Αργότερα, το 1980, Συμβουλευτικές Επιτροπές στην Αμερική κατόπιν επίμονων ερευνών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε απόδειξη για κάποια σχέση μεταξύ τεχνητών προσθέτων και υπερκινητικότητας ή ικανότητας μάθησης των παιδιών.

Επομένως, ο περιορισμός του διαιτολογίου ήταν ευεργετικός κυρίως λόγω της ψυχολογικής επίδρασης που είχε στα άτομα η συγκεκριμένη θεραπεία.

Γλυκαντικά

Άλλα στοιχεία των τροφών που έχουν ενοχοποιηθεί ότι προκαλούν υπερκινητικότητα είναι τα τεχνητά γλυκαντικά με ή χωρίς θερμιδική αξία. Πολλοί γονείς, για παράδειγμα, υποστηρίζουν ότι τα παιδιά τους 'βγάζουν' μία ανεξέλεγκτη συμπεριφορά μετά την κατανάλωση τροφών που περιέχουν ζάχαρη.

Το 1984, στα πλαίσια ενός συνεδρίου στην Αμερική με θέμα 'Δίαιτα και συμπεριφορά: Μία πολυδιάστατη εκτίμηση' αναφέρθηκε ότι η ζάχαρη δεν επιδεινώνει την υπερκινητικότητα ή τυχόν προβλήματα συμπεριφοράς στα παιδιά. Πολλοί μάλιστα ερευνητές υποστηρίζουν ότι η κατανάλωση ζαχαρωτών, αν μη τι άλλο, ηρεμεί τα παιδιά.

Έτσι, μετά από έρευνες, το FDA κατέληξε το 1986 στο ότι δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι η κατανάλωση ζάχαρης προκαλεί αλλαγές στη συμπεριφορά φυσιολογικών παιδιών ή ενήλικων.

Επίσης, συνεχείς έρευνες έχουν αποτύχει να δείξουν κάποια σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση ασπαρτάμης ή σακχαρίνης (τεχνητών γλυκαντικών με χαμηλή θερμιδική αξία) και την υπερκινητικότητα, κάτι που έχει οδηγήσει τους επιστήμονες στην τακτική να μην τα εξαιρούν από το διαιτολόγιο σαν μία πάγια θεραπευτική τακτική.

Ο κίνδυνος που εμπεριέχεται στη σχέση τρόφιμα-απόδοση στο σχολείο-ικανότητα μάθησης είναι ότι οι δάσκαλοι και οι γονείς συχνά παραβλέπουν τους πλέον προφανείς λόγους γιατί τα παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται άσχημα: λανθασμένες τεχνικές διδασκαλίας, γονείς και δάσκαλοι χωρίς ισχυρά κίνητρα και μη σταθερές τεχνικές διαχείρισης της συμπεριφοράς των παιδιών.

Είναι σαφώς ευκολότερο τις περισσότερες φορές να κατηγορήσουμε τα παιδιά για το πρόβλημα και να αλλάξουμε τη διατροφή τους, παρά να εξετάσουμε και να τροποποιήσουμε τις διδασκαλικές και εισηγητικές μεθόδους που εφαρμόζονται.

Ενώ η διατροφή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη οποτεδήποτε η φυσική ή πνευματική υγεία ενός ατόμου είναι κάτω του βέλτιστου, εντούτοις είναι τουλάχιστον ανόητο να βασιζόμαστε σε λύσεις που δεν έχουν επιστημονική βάση.

Πηγές: www.nutrimed.gr