Ολιστικές και ανέξοδες μεθόδους αντιμετώπισης των αιτίων του διαβήτη τύπου 2, εφαρμόζουν οι γιατροί του βρετανικού συστήματος Υγείας (NHS).

Αλλάζοντας τον τρόπο ζωής των πασχόντων, μειώνουν την ανάγκη από του στόματος χορήγησης φαρμάκων και ινσουλίνης.

Η παρέμβαση έχει διάρκεια 16 εβδομάδων και εμφανίζει πολύ θετικά αποτελέσματα. Δεν έχει, ωστόσο, την επιθυμητή συμμετοχή ασθενών, εξαιτίας έλλειψης πόρων, αλλά και της διστακτικότητας των κλινικών γιατρών να παραπέμψουν ασθενείς.

Το θέμα αξιολογήθηκε από Βρετανούς επιστήμονες και η σχετική μελέτη του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό “Diabetes Obesity and Metabolism”.

Εκτός από τη βελτίωση στην ποιότητα ζωής των πασχόντων, ο έλεγχος του διαβήτη αποτελεί ένα "στοίχημα" και για τα συστήματα Υγείας, καθώς το ετήσιο κόστος θεραπείας ανά ασθενή μπορεί να ξεπεράσει τις 7.000 ευρώ.

Οι Βρετανοί επιστήμονες αναφέρουν πως χάρη στην παρέμβασή τους κατόρθωσαν να μειώσουν την ανάγκη χορήγησης φαρμάκων ή ινσουλίνης στους ασθενείς για μία περίοδο τριών ετών.

Η ομάδα διαπίστωσε πως οι διαβητικοί που ολοκλήρωσαν επιτυχώς το πρόγραμμα αλλαγής τρόπου ζωής, δεν είχαν καμία αύξηση στη χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή. Είχαν, δε, 50% μικρότερη πιθανότητα να υποβληθούν σε θεραπεία με ινσουλίνη σε σύγκριση με όσους δεν το ολοκλήρωσαν.

Από τη μελέτη προέκυψε, επίσης, πως οι ασθενείς που ολοκλήρωσαν με επιτυχία το πρόγραμμα διατήρησαν τον έλεγχο σωματικού βάρους για τα επόμενα τρία χρόνια.

Με αυτά τα δεδομένα, εκτιμάται πως ένα πρόγραμμα αλλαγής συνηθειών ζωής μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικό από ορισμένες μορφές φαρμακευτικής αγωγής.

Η μελέτη περιελάμβανε παρέμβαση στη διατροφή, σωματική άσκηση και αλλαγές συμπεριφοράς. Είχε εννέα φάσεις διάρκειας 15 ημερών η κάθε μία.

Οι ερευνητές καθόρισαν ως “επιτυχή παρέμβαση” την απώλεια 5 κιλών στο διάστημα των εννέα εβδομάδων. Για να κρίνουν εάν το πρόγραμμα ήταν επιτυχημένο, συνέκριναν την ομάδα των διαβητικών που πέτυχαν τον στόχο έναντι όσων δεν τον πέτυχαν.

Πραγματικές

Σχολιάζοντας τα ευρήματα, η δρ Jennifer Logue, επικεφαλής της μελέτης του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης, δήλωσε:

“Πρόκειται για την πρώτη μελέτη σε πραγματικές συνθήκες, η οποία δείχνει ότι τα προγράμματα διαχείρισης του βάρους και του τρόπου ζωής που παρέχουμε στο σύστημα Υγείας (NHS) μπορούν να έχουν μακροχρόνια ουσιαστική κλινική επίδραση στον διαβήτη τύπου 2”.

Η δρ Logue εξέφρασε την αισιοδοξία πως το πρόγραμμα διαχείρισης βάρους του NHS θα καλύψει σύντομα μεγαλύτερο αριθμό διαβητικών.

Συμπτώματα

Ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να εμφανισθεί στον οποιονδήποτε, με ορισμένες ομάδες να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο.

Σε αυτές ανήκουν οι παχύσαρκοι και οι υπέρβαροι, γυναίκες που έχουν εμφανίσει διαβήτη της εγκυμοσύνης, άτομα με ιστορικό διαβήτη τύπου 2 στην οικογένειά τους και όσοι εμφανίζουν κλινικά στοιχεία του μεταβολικού συνδρόμου.

Τα κύρια συμπτώματα είναι αυξημένη δίψα και όρεξη, ξερό στόμα, ναυτία και εμετοί, πολυουρία, κούραση, εξάντληση, διαταραχές της όρασης, μουδιάσματα ή μυρμηγκιάσματα σε χέρια και πόδια, συχνές φλεγμονές του δέρματος, του ουροποιητικού και του κόλπου.

Συχνότητα

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης (ΗΔΙΚΑ), οι διαβητικοί στην Ελλάδα αγγίζουν το 1,2 εκατομμύριο.

Από αυτούς, οι 188.076 εμφανίζουν διαβήτη τύπου 1, οι 992.259 διαβήτη τύπου 2, ενώ 7.035 γυναίκες έχουν διαβήτη κύησης. 

Οι ειδικοί του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) τονίζουν πως ο διαβήτης είναι μία πάθηση που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει διαστάσεις πανδημίας.