H χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια είναι γνωστή και ως νόσος του καπνιστή. Ουσιαστικά ξεκινά ως νόσος με τη μεταφορά του καπνού στην Ευρώπη από τον Jean Nicot. Η νόσος ωστόσο άργησε πολύ να αναγνωριστεί εν μέρει και λόγω της ομοιότητας των συμπτωμάτων που εμφανίζει και το άσθμα: Τόσο στην χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια όσο και στο άσθμα εμφανίζεται δύσπνοια λόγω της στένωσης του αυλού των αεραγωγών. Στο άσθμα η στένωση αυτή οφείλεται κυρίως σε αλλεργιογόνο γι αυτό και είναι αντιστρεπτή.

Εάν δηλαδή ο ευπαθής πληθυσμός αποφύγει την έκθεση στο αλλεργιογόνο, τότε δεν εμφανίζεται ο βρογχόσπασμος. Αντίθετα στη νόσο του καπνιστή, λόγω της καταστροφής των πνευμονικών κυψελίδων από τη θερμοκρασία και τις τοξικές ουσίες του καπνού η βλάβη είναι μη αντιστρεπτή και επομένως μόνιμη. Άλλα συμπτώματα της ΧΑΠ είναι ο βήχας και η παραγωγή πτυέλων. Η νόσος μέχρι σήμερα είναι μη θεραπεύσιμη και μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο. Η χρήση βρογχοδιασταλτικών φαρμάκων σταθεροποιεί τη νόσο.

Ενδιαφέρον από φαρμακολογικής άποψης είναι το γεγονός ότι ενώ στην περίπτωση του άσθματος ο τόνος που φαίνεται κυρίαρχος είναι εκείνος του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, στην χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ο τόνος που έχει βαρύνουσα σημασία είναι του παρασυμπαθητικού. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι τα παράγωγα της ατροπίνης μπήκαν από πολύ νωρίς στην θεραπεία της νόσου του καπνιστή.

Η ατροπίνη και τα παράγωγα της εισήχθηκαν στην θεραπευτική, εμφανίζοντας τη γνωστή αντιχολινεργική δράση (την καταστολή δηλαδή του παρασυμπαθητικού συστήματος) αλλά και τις συνεπακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, όταν χορηγούνται peros όπως Ταχυκαρδία, ξηροστομία, επίσχεση ούρων κλπ. Τα προβλήματα αυτά ξεπεράστηκαν όταν σχεδιάστηκαν τα τεταρτοταγή άλατα του αμμωνίου. Με τη μορφή αυτή το μόριο της ατροπίνης κατάφερε εφόσον χορηγείται στην εισπνεόμενη μορφή να μην εισέρχεται στη συστηματική κυκλοφορία.

Το πρώτο τέτοιο ημισυνθετικό παράγωγο της ατροπίνης ήταν το βρωμιούχο ιππρατρόπιο, που αποτέλεσε την αγωγή βάσης για την αντιμετώπιση της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας.

Η αναζήτηση βρογχοδιασταλτικών από τη φύση δεν έπαψε ποτέ. Η αναζήτηση αυτή δεν είχε πάντα ή μόνο λόγους επιστημονικούς, αλλά και λόγους παραγωγής. Η παραγωγή της ατροπίνης και των παραγώγων της γίνεται ακόμα και σήμερα από εκχυλίσματα φυτών που περιέχουν τον ατροπινικό πυρήνα (τροπάνιο).

Η εταιρεία που παρήγαγε το ιππρατρόπιο είχε στην δεκαετία του 1990 δυο στόχους: Καταρχήν ήθελε να βρει τρόπο να δημιουργήσει ένα αντιχολινεργικά που να δίνεται μια φορά την ημέρα. Ενδιαφερόταν επίσης να αναζητήσει φυτά πλούσια σε παράγωγα της ατροπίνης για τον παραπάνω σκοπό. Το τμήμα βιομηχανικής παραγωγής της εταιρείας όμως ενδιαφερόταν να λύσει ένα άλλο πρόβλημα: την ευαισθησία της Atropa Belladonna ως προς την περιεκτικότητα σε αλκαλοειδή.

Όσο περισσότερη ατροπίνη απέδιδαν οι ποικιλίες των φυτών που επιλέγονταν, τόσο πιο ευαίσθητες ήταν στην υγρασία ακόμη και υπό ελεγχόμενες συνθήκες, με αποτέλεσμα προβλήματα στην τροφοδοσία της αγοράς. Έτσι, η εταιρεία αποφάσισε την ανεύρεση κατάλληλων στελεχών που να αντέχουν στην υγρασία.

Το project ανατέθηκε σε μια ομάδα στην οποία συμμετείχαν και εθνοφαρμακολόγοι, οι οποίοι επισκέφτηκαν την περιοχή του Αμαζονίου. Οι Εθνοφαρμακολόγοι ανακάλυψαν τη χρήση του φυτού Duboisia Mycoporoides από τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Το φυτό βρέθηκε πλούσιο σε αντιχολινεργικές ουσίες, μια εκ των οποίων με μικρή τροποποίηση έδωσε το φάρμακο Τιοτρόπιο.

Το Τιοτρόπιο απεδείχθη μεγάλη ανακάλυψη όχι μόνο διότι ήταν το πρώτο αντιχολινεργικό που δίνεται εισπνεόμενα μια φορά την ημέρα, αλλά λόγω της αποτελεσματικότητας του στη νόσο. Εκτός από τη βρογχοδιασταλτική του ικανότητα που οδηγεί σε μείωση της δύσπνοιας και σαφή βελτίωση των αναπνευστικών παραμέτρων, το φάρμακο σύμφωνα με τις μελέτες βελτιώνει εμφανέστατα την ποιότητα ζωής των ασθενών. Το τιοτρόπιο παράγεται μέχρι και σήμερα ημισυνθετικά, με πρώτη ύλη τα εκχυλίσματα από την συστηματική καλλιέργεια του Duboisia.