Επώδυνα οζίδια και αποστήματα που πυορροούν και υποτροπιάζουν σε πτυχές του δέρματος; Οι περισσότεροι αποδίδουν αυτήν την εικόνα σε μια επίμονη λοίμωξη του δέρματος, σε κακή υγιεινή ή σε ευαισθησία στα αποσμητικά προϊόντα και την αποτρίχωση. Οι δερματολόγοι όμως αναγνωρίζουν εύκολα σε αυτά τα συμπτώματα την κλινική εικόνα της διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας, μιας σοβαρής χρόνιας δερματοπάθειας που δυστυχώς δεν έχει πλήρη ίαση. Τι ακριβώς είναι όμως η διαπυητική ιδρωταδενίτιδα;

H διαπυητική ιδρωταδενίτιδα είναι μία χρόνια υποτροπιάζουσα φλεγμονώδης νόσος του δέρματος που προσβάλλει τους τριχικούς θύλακες στις πτυχές του δέρματος, δηλαδή στα σημεία του σώματος όπου υπάρχουν πολλοί ιδρωτοποιοί αδένες. Οι τυπικές βλάβες περιλαμβάνουν επώδυνα οζίδια, αποστήματα και συρίγγια που συνοδεύονται από δύσοσμες πυώδεις εκκρίσεις και στις πιο βαριές μορφές της νόσου, υπερτροφικές ουλές και οίδημα (πρήξιμο) της προσβεβλημένης περιοχής. Κατά κανόνα οι βλάβες εντοπίζονται στις μασχάλες, κάτω από τους μαστούς, στη μηρογεννητική περιοχή και τους γλουτούς.

Η πάθηση αυτή όμως δεν επηρεάζει μόνο τη σωματική υγεία των ασθενών αλλά όλες τις πτυχές της ζωής τους: προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική. Λόγω της φύσης και της εντόπισης των συμπτωμάτων, ακόμη και οι ηπιότερες μορφές της έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των ασθενών. Η καθημερινότητα των πασχόντων περιστρέφεται γύρω από την ανάγκη να καλύψουν τη δυσάρεστη οσμή, τις αντιαισθητικές στην όψη ουλές και αποστήματα και το κυριότερο, να διαχειριστούν αποτελεσματικά τον χρόνιο και έντονο πόνο. Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό, ότι η νόσος έχει εξίσου καταστρεπτικές συνέπειες και στη ψυχική υγεία των ασθενών, με την κατάθλιψη να πλήττει ένα μεγάλο αριθμό αυτών.

Η συχνότητα της νόσου εκτιμάται στο 1%, δηλαδή δεν είναι σπάνια. Συνήθως τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται μετά την εφηβεία και οι γυναίκες έχουν διπλάσιες έως πενταπλάσιες πιθανότητες να νοσήσουν σε σχέση με τους άνδρες. Θεωρείται μια πολυπαραγοντική νόσος, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε με σαφήνεια την ακριβή αιτιολογία της. Έχει αυτοάνοσα χαρακτηριστικά, που σημαίνει ότι η φλεγμονή πυροδοτείται από μια διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος, με το γενετικό υπόβαθρο και τον τρόπο ζωής του ασθενούς να παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι 1 στους 3 ασθενείς έχει θετικό οικογενειακό ιστορικό, το 90% είναι καπνιστές, ενώ το 62% παχύσαρκοι.

Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα (τυπικές βλάβες και τυπική εντόπιση των βλαβών στο σώμα), τις υποτροπές και τη χρονιότητα. Λόγω όμως της άγνοιας των περισσότερων ασθενών για τη συγκεκριμένη πάθηση, η διάγνωση πολύ συχνά γίνεται καθυστερημένα, όταν η νόσος έχει εξελιχθεί αρκετά και τα συμπτώματα έχουν επιδεινωθεί πολύ. Μάλιστα, έχει υπολογιστεί ότι κατά μέσο όρο η διάγνωση της νόσου καθυστερεί επτά χρόνια, αφού προηγουμένως οι ασθενείς έχουν επισκεφθεί γιατρούς 5 διαφορετικών ειδικοτήτων! Επίσης, τα αρχικά της συμπτώματα προσομοιάζουν με την κλινική εικόνα πολλών άλλων παθήσεων όπως σταφυλοκοκκική λοίμωξη, ακμή, θυλακίτιδα ή δοθιήνωση, με συνέπεια πολλοί ασθενείς να λαμβάνουν εσφαλμένη διάγνωση και η αντιμετώπιση της νόσου να περιπλέκεται ακόμη περισσότερο.

Είναι λοιπόν, πολύ σημαντικό όσοι εμφανίζουν παρόμοια συμπτώματα να απευθύνονται αμέσως σε δερματολόγο, ο οποίος είναι ο κατάλληλος γιατρός για να διαγνώσει και να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη πάθηση. Μάλιστα, στην Ελλάδα λειτουργούν τέσσερα ειδικά Ιατρεία Διαπυητικής Ιδρωταδενίτιδας, στα νοσοκομεία «Α. Συγγρός» και «Αττικόν» στην Αθήνα και στα νοσοκομεία «Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων» και «Παπαγεωργίου» στη Θεσσαλονίκη.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας αποτελεί πρόκληση, καθώς είναι μία εξελισσόμενη και ανίατη νόσος για την οποία μέχρι πρόσφατα δεν κυκλοφορούσε καμία εγκεκριμένη θεραπεία. Σε πρώτη φάση, είναι καλό οι ασθενείς να κάνουν ορισμένες αλλαγές στον τρόπο ζωής τους, όπως να χάσουν τυχόν περιττά κιλά και να διακόψουν το κάπνισμα. Από εκεί και πέρα, η θεραπευτική στρατηγική στοχεύει στον περιορισμό της έντασης των συμπτωμάτων και στην αναχαίτιση της εξέλιξής της νόσου. Μέχρι χθες, ο γιατρός επιδίωκε να ανακουφίσει τον ασθενή με τη χορήγηση αντιβιοτικών και παυσίπονων, ενώ σε πιο βαριά περιστατικά μπορεί να χρειαζόταν χειρουργική παρέμβαση. Οι υποτροπές ωστόσο, ήταν σχεδόν βέβαιες.

Πρόσφατα όμως εγκρίθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων η χρήση του βιολογικού παράγοντα adalimumab για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της μέτριας έως σοβαρής διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας. Η συγκεκριμένη θεραπεία, που αποτελεί την πρώτη και μοναδική θεραπεία με ένδειξη για τη νόσο, προκαλεί γρήγορη ύφεση των συμπτωμάτων και σημαντική μείωση του πόνου, βελτιώνοντας αισθητά την ποιότητα ζωής των ασθενών και είναι πλέον διαθέσιμη σε όλους, ακόμη και σε εκείνους που έχουν χάσει την ασφαλιστική τους ικανότητα.

Τα ειδικά Ιατρεία Διαπυητικής Ιδρωταδενίτιδας

Αθήνα:

Α’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Νοσοκομείο «Α. Συγγρός» όπου το Ιατρείο λειτουργεί κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή (τηλ. 210 7265153)
Β’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Νοσοκομείο «Αττικόν» όπου το Ιατρείο λειτουργεί κάθε Τετάρτη (τηλ. 210 5832396)

Θεσσαλονίκη:

Α’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων (τηλ 2313 308860-867)
Β’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Γενικό Νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» (τηλ. 14741).