Η ενδομητρίωση είναι μια καλοήθης πάθηση που ταλαιπωρεί πολλές γυναίκες, κυρίως στις ηλικίες των 25 ως 40 ετών.

Στην ενδομητρίωση, τα κύτταρα του ενδομητρίου, δηλαδή της εσωτερικής επένδυσης της μήτρας, αντί να αναπτύσσονται μέσα στη μήτρα, αναπτύσσονται έξω από αυτήν, αφού πρώτα εμφυτευτούν πάνω σε όργανα της κοιλιακής κοιλότητας, όπως στο περιτόναιο, στις ωοθήκες, στις σάλπιγγες, εξωτερικά της μήτρας κλπ.

Τα κύτταρα αυτά ακολουθούν τον εμμηνορυσιακό κύκλο, όπως και τα κανονικά κύτταρα του ενδομητρίου, που σημαίνει ότι υπό την επήρεια των ορμονών (οιστρογόνων και προγεστερόνης) κάθε μήνα αυξάνονται με ιστούς και αγγεία και στη συνέχεια αιμορραγούν. Όμως, οι ιστοί και το αίμα που πέφτουν δεν έχουν τρόπο να εγκαταλείψουν το σώμα.

Ως αποτέλεσμα δημιουργούνται ουλές, συμφύσεις, ερεθισμός και φλεγμονή. Συχνά, η κατάσταση αυτή επηρεάζει τη γονιμότητα, δεδομένου ότι οι ενδομητρικές εστίες εξαπλώνονται πάνω και μέσα στις ωοθήκες και εμποδίζουν τη σύλληψη. Προκαλείται, επίσης, πόνος στην περιοχή της πυέλου (λεκάνης), πόνος κατά ή μετά τη σεξουαλική επαφή και άλλα συμπτώματα.

Υπάρχουν πολλές ενδείξεις που συνηγορούν στην ύπαρξη ενδομητρίωσης. Μία από αυτές μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αιματολογικής εξέτασης της πρωτεΐνης (καρκινικού αντιγόνου) CA 125 (Cancer Antigen 125), με την οποία μετράται η ποσότητα της εν λόγω πρωτεΐνης στο αίμα. Υπό κανονικές συνθήκες, η συγκέντρωση της CA 125 αυξάνεται ελαφρά κατά την ωορρηξία και σημαντικά κατά την εμμηνόρροια.

Σημαντική αύξηση παρατηρείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά από ερεθισμό του περιτοναίου εξαιτίας μόλυνσης ή χειρουργείου. Η αύξηση στις παραπάνω περιπτώσεις οφείλεται στο γεγονός ότι η πρωτεΐνη CA 125 προέρχεται από το ενδομήτριο ή από το ερεθισμένο περιτόναιο.

Η CA 125 συνήθως αυξάνεται με την πρόοδο της ενδομητρίωσης και γι’ αυτό λειτουργεί ως βιοχημικός δείκτης, ο οποίος μετά από αιματολογική εξέταση μπορεί συχνά να αξιοποιηθεί για τη διάγνωση της νόσου, ιδίως όταν είναι σε προχωρημένο στάδιο.

Όμως, είναι λιγότερο αξιόπιστος δείκτης, όταν η νόσος είναι ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Kαι τούτο διότι η συγκέντρωση πλάσματος της CA 125 ανεβαίνει αισθητά (>35 U/ml) στις περιπτώσεις της κυστικής ωοθηκικής ενδομητρίωσης ή της βαθιά διηθητικής ενδομητρίωσης (στάδιο III ή IV ενδομητρίωσης), αλλά ανεβαίνει ελάχιστα ή καθόλου στην ωχρινική φάση των γυναικών με μικρού ή μέτριου βαθμού ενδομητρίωση (στάδιο I ή II).

Αλλά ακόμη και σε περιπτώσεις προχωρημένης ενδομητρίωσης, η ευαισθησία και η ειδικότητα της εξέτασης αυτής φτάνουν μέχρι ένα ορισμένο υψηλό ποσοστό (που ποικίλλει ανάλογα με την έρευνα), που σημαίνει ότι σε ορισμένες γυναίκες, παρά την προχωρημένη ενδομητρίωση, η CA 125 δεν παρουσιάζει αισθητή αύξηση.

Περαιτέρω, πολλές παθήσεις μπορούν να προκαλέσουν αύξηση της CA 125 στο αίμα, όπως ινομυώματα, φλεγμονώδης νόσος της πυέλου και κίρρωση, αλλά και η εγκυμοσύνη και η κανονική εμμηνορυσία, όπως ήδη ελέχθη. Επίσης, ορισμένες μορφές καρκίνου, όπως των ωοθηκών, του ενδομητρίου, του περιτοναίου και των σαλπίγγων, μπορούν να προκαλέσουν απελευθέρωση της CA 125 στη ροή του αίματος. Η CA 125 είναι ο συχνότερα χρησιμοποιούμενος δείκτης για τη διάγνωση του καρκίνου των ωοθηκών.

Για τους λόγους αυτούς, η εξέταση του καρκινικού αντιγόνου CA 125 χαρακτηρίζεται ως «μη εξειδικευμένος δείκτης» όσον αφορά την ενδομητρίωση. Θεωρείται, πάντως, μια χρήσιμη επιπρόσθετη παράμετρος για τη διάγνωση ενδομητριωτικής νόσου.

Άλλες ενδείξεις που συνεκτιμώνται με σκοπό τη διάγνωση της ενδομητρίωσης είναι το πυελικό άλγος (πόνος στην περιοχή της λεκάνης) κατά την έμμηνο ρύση, η υπογονιμότητα, η δυσπαρεύνια (πόνος κατά και μετά τη σεξουαλική επαφή), ο τεινεσμός (αίσθημα επιτακτικής ανάγκης για αφόδευση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα), η ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας ή ακόμη και παρατεταμένη έμμηνος ρύση, κόπωση, ναυτία, δυσουρία, εντερορραγία και γαστρεντερικά προβλήματα, όπως διάρροια, δυσκοιλιότητα και φούσκωμα.

Εκτός, όμως, από τις παραπάνω ενδείξεις, που προκύπτουν από τη λήψη αναλυτικού ιστορικού της γυναίκας, μια σειρά από εξετάσεις μπορούν να παράσχουν ενδείξεις ενδομητρίωσης, όπως γυναικολογική εξέταση, διακολπικό ή διορθικό υπερηχογράφημα, υστεροσαλπιγγογραφία κλπ.

Όμως, μόνο με τη λαπαροσκόπηση διαγιγνώσκεται η ενδομητρίωση με βεβαιότητα. Με την ελάχιστα επεμβατική αυτή μέθοδο ο γυναικολόγος μπορεί να ελέγξει την τυχόν ύπαρξη ενδομητρικού ιστού επί των οργάνων της κοιλιακής χώρας και να διαπιστώσει την ακριβή θέση και έκταση των ενδομητρικών εστιών.

Συμπερασματικά: η αιματολογική εξέταση της πρωτεΐνης CA 125 δεν αποτελεί εξειδικευμένο και αξιόπιστο δείκτη για τη διαπίστωση ενδομητρίωσης. Μπορεί, όμως, να δώσει μια χρήσιμη ένδειξη, η οποία θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με τις υπόλοιπες ενδείξεις, ούτως ώστε να κριθεί εάν χρειάζεται να γίνει διαγνωστική λαπαροσκόπηση, η οποία και μόνο οδηγεί στη βέβαιη διάγνωση της ύπαρξης και της έκτασης της νόσου.