Η υπερηχογραφική εξέταση στα νεογνά βοηθά στην έγκαιρη και αξιόπιστη διάγνωση της αναπτυξιακής δυσπλασίας του ισχίου (δηλαδή της ανωμαλίας στη φυσιολογική ανάπτυξη της άρθρωσης), μελετώντας με ακρίβεια την ανατομία της περιοχής.

Η δυσπλασία αυτή οφείλεται κυρίως στη διαταραχή της σχέσης της κεφαλής του μηριαίου οστού και της κοτύλης. Πρόκειται για ανωμαλία που παρατηρείται κατά τη γέννηση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 2%. Παρουσιάζεται συχνότερα σε βρέφη γυναικείου φύλου, σε αυτά με ισχιακή προβολή και περισσότερο στο αριστερό ισχίο.

Οι πρώτες 6 εβδομάδες είναι ιδιαίτερα κρίσιμες για την ανάπτυξη ενός υγιούς ισχίου. Τόσο η ηπιότερη μορφή της αναπτυξιακής δυσπλασίας, που είναι η ανωριμότητα στη διαμόρφωση και το βάθος της κοτύλης, όσο και η βαρύτερη μορφή της, που είναι το εξάρθρημα, με την έγκαιρη διάγνωση και την άμεση αντιμετώπιση οδηγούν στη θεραπεία του προβλήματος σε σύντομο χρονικό διάστημα και με τον πλέον ανώδυνο τρόπο για το νεογνό.

Παλαιότερα η καθυστερημένη διάγνωση της αναπτυξιακής δυσπλασίας οδήγησε πολλά παιδιά στην αναπηρία, επειδή την κλινική εξέταση δεν συνόδευε μια απεικονιστική εξέταση όπως η σύγχρονη υπερηχοτομογραφία, με άριστη διακριτική ικανότητα, με χαμηλό κόστος και χωρίς την ανάγκη της έκθεσης του εξεταζόμενου νεογνού σε ακτινοβολία.

Όσο πιο έγκαιρα πραγματοποιηθεί ένα υπερηχογράφημα ισχίων τόσο πιο άμεση θα είναι η αντιμετώπιση του προβλήματος που τυχόν θα διαγνωστεί, ενώ θα αποφύγουμε και την πιθανή μελλοντικά έκθεση του παιδιού σε ακτινοβολία.

Η εξέταση

Η εξέταση των ισχίων μπορεί να πραγματοποιείται υπερηχογραφικά αμέσως μετά τη γέννηση του νεογνού μέχρι και την ηλικία των έξι μηνών. Μπορεί να γίνεται και σε μεγαλύτερη ηλικία, αν και αυτό εξαρτάται από την εμφάνιση των πυρήνων οστέωσης.

Η αξία της υπερηχογραφικής διαγνωστικής προσέγγισης ελαττώνεται όσο αυξάνεται η ανάπτυξη των πυρήνων οστέωσης. Με το υπερηχογράφημα θέλουμε να προσδιορίσουμε:

  • Την ανατομική σχέση της κεφαλής του μηριαίου οστού και της κοτύλης.
  • Τη σταθερότητα της άρθρωσης.
  • Οδηγά σημεία που βοηθούν στην ταξινόμηση του προβλήματος.

Η εξέταση και οι μετρήσεις που τη συνοδεύουν πρέπει να πραγματοποιούνται με απόλυτη ακρίβεια ώστε να είναι δυνατή και αξιόπιστη η σύγκριση με τον επανέλεγχο που μπορεί να ακολουθήσει. Σε περίπτωση που διαγνωστεί οποιοδήποτε πρόβλημα, είναι επιβεβλημένη αρχικά μια δεύτερη εξέταση μετά την πάροδο ενός μήνα και ανάλογα με το μέγεθος του προβλήματος τακτική παρακολούθηση μέχρι το τέλος της συντηρητικής θεραπείας.

Όταν πλέον δεν είναι εφικτή η πραγματοποίηση ενός υπερηχογραφήματος λόγω της ηλικίας ή της ανάπτυξης του παιδιού, πρέπει να γίνει ακτινογραφία ισχίων. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι όσο πιο έγκαιρα πραγματοποιηθεί ένα υπερηχογράφημα ισχίων τόσο πιο άμεση θα είναι η αντιμετώπιση του προβλήματος που τυχόν θα διαγνωστεί, ενώ θα αποφύγουμε και την πιθανή μελλοντικά έκθεση του παιδιού σε ακτινοβολία.

Πηγές: Κυριάκος Σαμικός, Ακτινοδιαγνώστης, Επιστημονικός Συνεργάτης Τμήματος Γενικών Υπερήχων ΜΗΤΕΡΑ.