Η συντριπτική πλειονότητα των αρρώστων με πίεση (υπέρταση) παίρνουν φάρμακα για την αντιμετώπιση της πίεσής τους με στόχο να τη φυσιολογικοποιήσουν, δηλαδή να επιτύχουν φυσιολογικές τιμές. Όμως μόνον σε ορισμένες περιπτώσεις βρίσκεται η συγκεκριμένη αιτία που εάν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά, τότε η πίεση θεραπεύεται οριστικά χωρίς φάρμακα.

Μια τέτοια μορφή πίεσης είναι αυτό που ονομάζεται υπεραλδοστερονισμός. Όταν δηλαδή παράγεται μια ουσία που λέγεται αλδοστερόνη, σε υπερβολικές τιμές. Φυσιολογικά, η αλδοστερόνη παράγεται από τα επινεφρίδια.

Πρόκειται για έναν αδένα που ουσιαστικά κάθεται πάνω στην κορυφή των νεφρών. Η αλδοστερόνη συμβάλλει στο να επαναπορροφάται το νάτριο από τους νεφρούς και να αποβάλλεται το κάλιο διά των ούρων. Με αυτόν τον τρόπο, η αλδοστερόνη συμβάλλει στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης σε φυσιολογικές τιμές.

Αντίθετα, όταν η αλδοστερόνη υπερπαράγεται τότε η πίεση αυξάνεται, ενώ το κάλιο του αίματος ελαττώνεται, γιατί αποβάλλεται σε μεγάλες ποσότητες από τα ούρα. Το να προσδιορίζει κάποιος τις τιμές της αλδοστερόνης, των αλατοκροτικοειδών και των γλυκοκορτικοειδών που παράγονται από τα επινεφρίδια, δεν είναι πάντα εφικτό και εύκολο, γι’ αυτό και η διάγνωση της αιτίας της αυξημένης πίεσης στον υπεραλδοστερονισμό δεν είναι πάντα απλή.

Η διάγνωση γίνεται ακόμα δυσκολότερη όταν η αλδοστερόνη δεν παράγεται σε μεγάλες ποσότητες. Η υπερπαραγωγή της αλδοστερόνης είναι σύνηθες αποτέλεσμα είτε υπερπλασίας είτε ενός αδενώματος των επινεφριδίων. Το αδένωμα είναι ένας καλοήθης όγκος που αφαιρείται χειρουργικά και απαλλάσσει οριστικά τον άρρωστο από την υπέρταση.

Αντίθετα, η υπερπλασία των επινεφριδίων δεν θεραπεύεται με εγχείρηση αλλά με χορήγηση φαρμάκων, που ανταγωνίζονται τη δράση της αλδοστερόνης, όπως είναι η σπειρονολακτόνη και η επρενολόλη.

Όταν ο ιατρός δεν αντιληφθεί τη συγκεκριμένη αιτία της υπέρτασης του αρρώστου, η πίεση του αρρώστου δεν ομαλοποιείται με τη χορήγηση της κλασικής αντιυπερτασικής θεραπείας, οπότε καλό είναι να σκέπτεται τον υπεραλδοστερονισμό.

Πιστεύεται σήμερα ότι ένας σημαντικός αριθμός αρρώστων με υπέρταση πάσχει από λανθάνοντα υπεραλδοστερονισμό. Ορισμένοι μάλιστα ερευνητές υποστηρίζουν ότι ένας στους 20 υπερτασικούς ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Για τον λόγο αυτό άλλωστε αποκτά ιδιαίτερη αξία η εύκολη και απλή διάγνωση της ειδικής αυτής μορφής της υπέρτασης, δεδομένου ότι η διάγνωση της υπέρτασης με βιοχημικές εξετάσεις δεν είναι πάντα απλή.

Πρόσφατα, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ανακοίνωσαν ότι η διάγνωση της υπερπλασίας ή του αδενώματος των επινεφριδίων απλουστεύεται με μία εξέταση που λέγεται PET-CT δηλαδή συνδυασμού αξονικής τομογραφίας και τομογραφίας ποζιτρονίων.

Η ραδιενεργή ουσία που χορηγείται κατά τη διάρκεια της εξέτασης αυτής (11 c μετομιδάτη) προσλαμβάνεται από τα υπερπλαστικά κύτταρα των επινεφριδίων και έτσι απεικονίζεται εύκολα ακόμα και η απλή υπερπλασία.

Έτσι, με τη νέα αυτή εξέταση είναι αδύνατον να διαφύγει η αιτία της συγκεκριμένης αυτής μορφής υπέρτασης, είτε οφείλεται σε αδένωμα είτε σε υπερπλασία των επινεφριδίων.