Ο Ιπποκράτης το 400 π.Χ. χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο ισχιαλγία για να περιγράψει το άλγος στο ισχίο (πόνος στο πόδι). Αντίστοιχα, οσφυαλγία σημαίνει άλγος στην οσφύ (πόνος στη μέση). Συχνά ο πόνος στη μέση επεκτείνεται και στο πόδι, οπότε έχουμε την οσφυοϊσχιαλγία.

Η σπονδυλική στήλη του ανθρώπου αποτελείται από 33 σπονδύλους, που είναι τοποθετημένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Για να έχει ευκινησία και ελαστικότητα παρεμβάλλεται ανάμεσά τους ο μεσοσπονδύλιος δίσκος που αποτελείται από ένα περιφερικό τμήμα, σκληρότερο και πιο ανθεκτικό, τον ινώδη δακτύλιο, και το κεντρικό του τμήμα, τον πηκτοειδή πυρήνα.

Η διαδερμική αποσυμπίεση οσφυϊκού δίσκου με λέιζερ περιγράφηκε για πρώτη φορά από τους Choy και Ascher, το 1986. Η τεχνική βασίζεται στην εξάχνωση του πηκτοειδούς πυρήνα, στην ελάττωση της ενδοδισκικής πίεσης και κατά συνέπεια στην ανακούφιση από την ισχυαλγία.

Πρόκειται για μια νέα τεχνική αντιμετώπισης της οσφυοϊσχιαλγίας που οφείλεται σε κήλη του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Η επέμβαση περιλαμβάνει, εφόσον τα ενοχλήματα δεν υποχωρούν, συντηρητική αγωγή 4 - 6 εβδομάδων (ανάπαυση, αναλγητικά-αντιφλεγμονώδη).


Η νέα τεχνική

Διεθνείς μελετητές αναφέρουν ότι 'οι χωρίς ρήξη ινώδους δακτυλίου κήλες' (οσφυαλγία και ισχιαλγία με ή χωρίς νευρολογικά ευρήματα) και εφόσον υπάρχει 'αντιστοιχία κλινικών ευρημάτων και αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας' μπορούν να αντιμετωπιστούν επιτυχώς με τη νέα αυτή τεχνική.

Η επέμβαση διαρκεί 30 - 45 λεπτά, εκτελείται με τοπική αναισθησία και ο ασθενής παραμένει στο νοσοκομείο ένα 24ωρο. Η τεχνική συνίσταται στην -υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο- παρακέντηση του μεσοσπονδυλίου διαστήματος (κεντρικό μέρος του μεσοσπονδυλίου δίσκου) με ειδική βελόνα που διαθέτει αυλό, διά μέσου του οποίου εισέρχεται η οπτική ίνα, ακολουθεί η σύνδεση της ίνας με τη μονάδα Nd YAG Laser και η εξάχνωση του πηκτοειδούς πυρήνα.

Με τον τρόπο αυτό μειώνεται η μάζα του δίσκου, υποχωρεί η κήλη και αποσυμπιέζεται η ρίζα του νεύρου.

Αρκετές μελέτες περιγράφουν την τεχνική, τα κριτήρια επιλογής και τα αποτελέσματα σε περισσότερους από 5.000 ασθενείς με ποσοστά επιτυχίας 75% - 100% . Η μέθοδος είναι ασφαλής και δεν υπάρχουν σοβαρές επιπλοκές.

Η εφαρμογή της, όταν εφαρμόζονται αυστηρά τα κριτήρια επιλογής των ασθενών, επιτυγχάνει άμεση επάνοδο στις δραστηριότητες, εξάλειψη του μετεγχειρητικού πόνου, απουσία επιπλοκών της ανοιχτής επέμβασης και μείωση εξόδων νοσηλείας.