Η κατάσταση των εμβολιασμών στην Ελλάδα υπολείπεται των στόχων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, καθώς και του επιπέδου των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η μεγάλη έρευνα που διενήργησε το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού σε 11.000 παιδιά έδειξε, ότι σε μία σημαντική μερίδα παρατηρείται αξιοσημείωτη καθυστέρηση στην διενέργεια του συνόλου των εμβολίων του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών, που έχει σοβαρές συνέπειες, τόσο στην ατομική όσο και στην συλλογική ανοσία.

Η έρευνα διέλυσε τις αυταπάτες, ότι τις τελευταίες δεκαετίες επιτύχαμε ως χώρα να εμβολιάσουμε όλο το βρεφικό πληθυσμό. Όπως διαπιστώθηκε, η εισαγωγή νέων εμβολίων στην Ελλάδα κατά την δεκαετία του '90, με τρόπο ασύνδετο προς το υπάρχον σχήμα των εμβολιασμών, οδήγησε σε στρεβλώσεις προτεραιοτήτων και σε σημαντική υποτίμηση παλαιών και σημαντικών εμβολίων.

Κατά την προσχολική ηλικία τα προβλήματα εντοπίζονται στην τέταρτη και πέμπτη δόση των εμβολίων για κοκκύτη και στον εμβολιασμό για ερυθρά ο οποίος -παρότι το πρόβλημα είναι οξύ στη χώρα μας- βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με όλα τα άλλα εμβόλια.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι μόνο δύο στα τρία παιδιά εμβολιάζονται έως την ηλικία των δύο ετών...

Οι εμβολιασμοί της σχολικής ηλικίας υπολείπονται όλοι σημαντικά. Μόνο ένα στα τρία παιδιά της τρίτης Γυμνασίου, έχει λάβει δύο δόσεις εμβολίου για ιλαρά, ένα στα τέσσερα για παρωτίτιδα και ένα στα πέντε για ερυθρά... όπως θα ανέμενε κανείς, ο εμβολιασμός των παιδιών που ανήκουν σε κάποια μειονοτική ομάδα είναι ακόμη ελλιπέστερος, ενώ πολύ απογοητευτική είναι η κατάσταση στους ενήλικες.

Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία έρευνας στους τεταρτοετής φοιτητές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, σύμφωνα με την οποία στην αυγή του 2000 περισσότερο από το ένα τρίτο των φοιτητών της Ιατρικής, δεν είναι σε θέση να δώσουν ακριβή στοιχεία για τα εμβόλια που έχουν κάνει.

Στους υπόλοιπους φοιτητές που έχουν βιβλιάριο υγείας, παρατηρούνται σοβαρά κενά στην εμβολιαστική τους κάλυψη ακόμη και κατά την διάρκεια της άσκησής τους στα νοσοκομεία, που αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους καθώς έρχονται σε επαφή με μολυσματικές νόσους.

Σύμφωνα με την μελέτη αυτή, που έγινε από το Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι μισοί φοιτητές δεν προστατεύονται από την ηπατίτιδα Β, που μεταδίδεται κυρίως με το αίμα, ενώ ένας στους δέκα έχει ελλειπή εμβολιαστική κάλυψη.

Μόνο ένας στους δέκα φοιτητές είναι πλήρως εμβολιασμένος για διφθερίτιδα και ένας στους τρεις για τέτανο. Επικίνδυνα χαμηλή είναι η κάλυψη των αυριανών γιατρών και για νοσήματα τα οποία μπορεί να μεταδώσουν σε ανοσοκατασταλμένα άτομα, ή σε έγκυες γυναίκες και να προκαλέσουν βλάβη κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Για παράδειγμα πλήρη κάλυψη για ερυθρά έχει μόλις το 15% των φοιτητών. Επίσης, παρότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις μόλυνσης από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, μόνο οι μισοί φοιτητές έχουν κάνει έστω και μία φορά στο παρελθόν έλεγχο με δερματοαντίδραση Mantoux.

Δυστυχώς ο εμβολιασμός των φοιτητών της ιατρικής στην χώρα μας δεν είναι νομικά κατοχυρωμένος. Γίνεται αποσπασματικά, ανάλογα με την ευαισθητοποίηση ορισμένων στελεχών του Πανεπιστημιακού προσωπικού όταν οι φοιτητές είναι στο τελευταίο έτος των σπουδών τους και έχουν επομένως εκτεθεί στους περισσότερους λοιμογόνους παράγοντες.