Σήμερα η φύση των ασθενειών έχει διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν, καθώς παρατηρείται αύξηση των χρόνιων ασθενειών, οι οποίες έχουν σοβαρές συνέπειες στην καθημερινότητα των σύγχρονων ατόμων και μπορεί να επηρεάσουν τη ζωή τους σε συναισθηματικό, κοινωνικό και πρακτικό επίπεδο.

Και αυτό γιατί συνήθως δεν σκεφτόμαστε το σώμα μας κατά τη διάρκεια της καθημερινότητάς μας, αλλά θεωρούμε δεδομένο ότι μπορεί να λειτουργήσει όπως αξιώνουμε να κάνει. Όταν, όμως, το άτομο χάνει τον έλεγχο της λειτουργίας του φυσικού του σώματος, αυτό έχει ως αποτέλεσμα κοινωνικές συνέπειες, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ατομική του ταυτότητα.

Όπως έχει χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αμερικανός ψυχίατρος Arthur Kleinman, η χρόνια ασθένεια συνιστά την προδοσία της θεμελιώδους εμπιστοσύνης που έχουμε προς το σώμα μας. Παρά το γεγονός ότι οι χρόνιες ασθένειες δεν επιδέχονται αποτελεσματικές παρεμβάσεις, η σύγχρονη ιατρική επιστήμη, ιδιαίτερα μάλιστα η χειρουργική, προσφέρει, έχοντας ως ‘εργαλείο’ τις νέες τεχνολογίες, όλο και μεγαλύτερες επιλογές στα σύγχρονα άτομα που αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους ασθένειες.

Συνάντησα τον κ. Πάνο Αντωνίου, γενικό χειρουργό και διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας Υγείας της Αθηναϊκής Κλινικής και σε μία συνέντευξη / συζήτηση που είχα μαζί του, μου μίλησε για μια συσκευή που εμφυτεύεται στο σώμα και τροποποιεί τη λειτουργία ενός ζωτικού οργάνου, του εντέρου.

Πρόκειται για το Interstim, μια νέα χειρουργική τεχνική, η οποία εφαρμόζεται στην Ελλάδα το τελευταίο εξάμηνο, με 10 περίπου άτομα να έχουν υποβληθεί σε αυτήν ως σήμερα και άλλα 50-60 άτομα να βρίσκονται στο δοκιμαστικό στάδιο.

Όπως εξηγεί ο κ. Αντωνίου ‘εμείς οι χειρουργοί το χρησιμοποιούμε για σοβαρές δυσλειτουργίες του εντέρου. Πρόκειται για μια συσκευή σε μέγεθος πολύ μεγάλου νομίσματος, η οποία εμφυτεύεται υποδόρια και η λειτουργία της είναι με συνεχείς ερεθισμούς του τρίτου ιερού νεύρου να νευροτροποποιεί τη λειτουργία του εντέρου.

Το Interstim (ο νευροδιεγέρτης – ‘βηματοδότης’) επιδρά και τροποποιεί συγκεκριμένα νεύρα του περιφερικού νευρικού συστήματος, ενώ βρίσκεται υπό έρευνα η δράση του στο κεντρικό νευρικό σύστημα’.

Σύμφωνα με τον κ. Αντωνίου, τα ιατρικά προβλήματα στα οποία δίνει λύσεις η εφαρμογή αυτής της νέας τεχνολογίας έχουν και κοινωνικο-ψυχολογικές διαστάσεις, αφού το Interstim βελτιώνει την ποιότητα της ζωής και την κοινωνικότητα των ατόμων: ‘Ο βασικότερος λόγος που ωθεί τα άτομα να υποβληθούν στην τοποθέτηση του Interstim είναι η βελτίωση της καθημερινότητας και της ποιότητας της ζωής τους.

Είτε η ακραία δυσκοιλιότητα είτε η ακραία μορφή ακράτειας έχουν κάνει τους ανθρώπους να είναι ‘κλειδωμένοι’ μέσα στο σπίτι. Δεν βγαίνουν έξω, δεν μπορούν να ζήσουν φυσιολογικά, να σπουδάσουν, να κινηθούν, να αθληθούν, να έχουν σχέσεις…Το ότι τους βγάζει έξω, η αλλαγή, το ότι τους βγάζει έξω στην κοινωνία και έξω από το σπίτι, είναι το μεγαλύτερο κίνητρο γι’ αυτούς.

Η νοσηρότητα αυτών των ανθρώπων και οι χαμένες παραγωγικές ώρες εργασίας είναι άπειρες μέσα στα χρόνια. Όσοι έχουν εντάξει το Interstim στη ζωή τους έχουν μια βελτίωση στην καθημερινότητά τους, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο’.

Οι χρόνια πάσχοντες, βέβαια, έχουν να λύσουν το δίλημμα αν θα υποβληθούν στην τοποθέτηση μιας συσκευής, η οποία θα τους απαλλάξει μεν από το πρόβλημά τους, αλλά θα σημαίνει την ύπαρξη μιας συσκευής μέσα στο σώμα τους, δηλαδή ενός τεχνολογικά τροποποιημένου σώματος.

Όπως αναδεικνύεται μέσα από τη συνέντευξη με τον κ. Αντωνίου, υπάρχουν οι συναισθηματικές επιπτώσεις του να μάθει κανείς να ζει με ένα αλλαγμένο σώμα αλλά και οι πρακτικές επιπτώσεις του να μάθει να χρησιμοποιεί τη νέα αυτή τεχνολογία: Είναι λίγο δύσκολο, μέχρι να το πιστέψουν ταλαιπωρούνται.

Τους ενοχλεί στην αρχή αλλά με την πάροδο του χρόνου νομίζω οι περισσότεροι λένε ότι το ξεχνούν. Αλλά το να μάθεις να χειρίζεσαι μια ηλεκτρονική συσκευή, ε…αυτό εξαρτάται, πάρα πολύ’. Πρόκειται για μια τεχνολογία που απαιτεί ενημερωμένους και ενεργητικούς ασθενείς και συνιστά παράδειγμα του πώς το σύγχρονο άτομο οφείλει να γίνει χρήστης των νέων και υψηλών προδιαγραφών τεχνολογιών προκειμένου να διατηρηθεί σε καλή φυσική κατάσταση για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Το μηχάνημα είναι πολύ εξελιγμένο και όπως ανέφερε ο κ. Αντωνίου σχετικά με το χειρισμό του ‘ο νευροδιεγέρτης είναι συνδεδεμένος με ένα ηλεκτρονικό μηχάνημα με οθόνη σαν κινητό τηλέφωνο που έχει ο ασθενής από το οποίο μπορεί να παρέμβει στη λειτουργία του βηματοδότη κι ένα αντίστοιχο που έχει ο γιατρός για την περίπτωση που θα απορυθμιστεί το μηχάνημα του ασθενή.

Οι νέοι…είναι πολύ εύκολοι, άμα ξέρουν κι έχουν χειριστεί κομπιούτερ, laptop, PDA ή κινητό δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι δεν μπορούν. Γι’αυτό και αρχικά δείχνουμε σε κάποιον να τους βοηθά…να το ελέγχει…Αυτό το αναλαμβάνουν ειδικοί τεχνικοί στο χειρισμό του Interstim'.

Σύμφωνα με τον κ. Αντωνίου, το Interstim παραπέμπει σε έναν ανεξάρτητο ασθενή, που δεν χρειάζεται τους επαγγελματίες υγείας, από τη στιγμή που εκείνος μάθει να χρησιμοποιεί το ηλεκτρονικό μηχάνημα:  'Αν η συσκευή λειτουργεί και νιώθουν καλά…αν δεν χαλάει ή δεν συμβαίνει κάτι στο μηχάνημα, σχεδόν ποτέ δεν επιστρέφουν στον γιατρό.

Δεν χρειάζονται συχνή παρακολούθηση. Πολλές φορές αφήνεται στην επιλογή τους’. Ωστόσο, όπως αναδεικνύεται μέσα από τη συζήτηση με τον κ. Αντωνίου, από τη στιγμή που το άτομο συνηθίζει την ύπαρξη του νευροδιεγέρτη μέσα στο σώμα του όχι μόνο δεν νιώθει φόβο αλλά εξοικειώνεται πλήρως με την ηλεκτρονική συσκευή, απολαμβάνοντας την αίσθηση ελέγχου που μπορεί να έχει πάνω στο σώμα του : ‘κάποιοι πονούν όταν το ανεβάζουν, παίζουν ουσιαστικά με το κουμπάκι και ανεβάζουν την ένταση, τα volt και μπορεί να πονέσουν, κάποιοι άλλοι το κλείνουν τη νύχτα, άλλοι το βάζουν σε διακοπτόμενη λειτουργία…σίγουρα είναι και λόγω περιέργειας, όλοι οι άνθρωποι το πειράζουν το μηχάνημα’.

Το Interstim, αποτελεί, επομένως, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα νέας τεχνολογίας μέσω της οποίας τα σύγχρονα άτομα νιώθουν ότι παίρνουν το σώμα τους στα χέρια τους, ότι γίνονται οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη λειτουργία της συσκευής και κατ’επέκταση τη λειτουργία ενός τμήματος του σώματός τους, γίνονται, δηλαδή, διαχειριστές του σώματός τους.

Επιπρόσθετα, αυτό αναδεικνύεται και από το γεγονός ότι ένα μήνα πριν την έναρξη του δοκιμαστικού σταδίου τοποθέτησης του νευροδιεγέρτη, καθώς και τον ένα μήνα που διαρκεί το δοκιμαστικό στάδιο, ο ασθενής ‘έχει την υποχρέωση να μας αναφέρει κάθε βράδυ…είτε σε ένα link που του δίνουμε στο internet είτε σε χαρτί να απαντά σε περίπου 14 ερωτήσεις που του έχουμε δώσει από πριν.

Αυτό κάθε μέρα…περιγράφει ουσιαστικά τη δραστηριότητα του προφίλ του εντέρου του. Αν το κάνει ηλεκτρονικά ειδοποιούμαστε μέσω mail μόλις το κάνει. Αυτό το κάνει στο τέλος κάθε ημέρας και αμέσως φεύγει ένα e- mail προς εμάς και βλέπουμε ότι ο τάδε έκανε αυτό.

Οπότε το παρακολουθούμε έμμεσα’. Μέσω αυτής της πρακτικής το άτομο καθίσταται υπεύθυνο για την αυτοεπιτήρηση του σώματός του και την αυτοπειθαρχία. Έτσι, δηλαδή, από τον παραδοσιακό τρόπο εξέτασης του ασθενούς (‘αγγίζοντας, ακούγοντας, κοιτάζοντας’) φτάνουμε, μέσω της υψηλής τεχνολογίας, στη δυνατότητα παρακολούθησης του ασθενούς μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων.

Επομένως, ο ασθενής μπορεί να γίνει σε τόσο μεγάλο βαθμό ανεξάρτητος από τους επαγγελματίες υγείας και να αποκτήσει τόση γνώση και εμπειρία με το πέρασμα του χρόνου ώστε να οδηγηθούμε και σε αμφισβήτηση των παραδοσιακών ρόλων που δίνονται σε γιατρούς και ασθενείς.

Ωστόσο, ο κ. Αντωνίου δεν νιώθει ότι το σύγχρονο τεχνολογικοποιημένο σώμα συνιστά απειλή για το ιατρικό επάγγελμα, καθώς ο γιατρός και η τεχνολογία θα βρίσκονται στο μέλλον πάντα σε συνδυασμό.

Γίνεται πιο τεχνολογική η εξέλιξη και η εκπαίδευση του γιατρού…αλλά χωρίς τις γνώσεις της παθοφυσιολογίας και αυτά που θα…αποφασίσει με το μυαλό του ο γιατρός για να γίνουν δεν θα μπορούν από μόνα τους να λειτουργήσουν…άρα είναι…και οι δύο μαζί' .

Σώμα και μηχανή γίνονται ένα με τη νέα τεχνολογία νευροτροποποίησης που ‘σπάει’ τα όρια του βιολογικού σώματος.